Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 2022

ΛΟΓΟΣ ΜΑ': ΠΕΡΙ ΑΜΑΡΤΙΩΝ ΕΚΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΑΚΟΥΣΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟ ΤΙΝΟΣ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΤΟΣ ΓΙΝΟΜΕΝΩΝ

Ὅταν ὁ ἄγγελος παρουσιάστηκε στὸν Ἰωσὴφ τοῦ θύμισε τὴν ἀρχαία προφητεία (Ἠσ. 7.14) ἡ ὁποία ἔδινε τὴν ὑπόσχεση πὼς θὰ ἐρχόταν μία ἐποχὴ ποὺ ὁ Θεὸς θὰ ζοῦσε ξανὰ ἀνάμεσα στὸ λαό Του, ὅπως ἦταν καὶ στὴν ἀρχὴ ἀχώριστος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τότε ἐκεῖνοι θὰ ἀναφωνοῦσαν τὴ λέξη «Ἐμμανουὴλ» ἡ ὁποία στὰ Ἑβραϊκὰ σημαίνει «ὁ Θεὸς μαζί μας». Ἡ προφητεία αὐτὴ ἔχει ἐκπληρωθεῖ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· τώρα ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσά μας.

Τὸν παλιὸ καιρὸ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ὕψωνε ὁλόκληρη τὴν ψυχή του, ὅλο τὸν ἐπίγειο πόθο του, ὁλόκληρη τὴν ἐλπίδα του γιὰ τὸν οὐρανὸ πρὸς ἐκείνη τὴ μυστηριώδη ἀπόσταση, τὴν κατοικία τοῦ ἀπρόσιτου Θεοῦ. Οἱ θρησκεῖες τοῦ ἀρχαίου κόσμου ἀποσκοποῦσαν στὸ νὰ βροῦν μὲ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο, μὲ θυσίες, μὲ μία δίκαιη ζωή, μὲ τὴν προσευχή, κάποιο σύνδεσμο, ἕνα τρόπο ἐπαφῆς μὲ αὐτὸ τὸ Θεὸ τὸν τόσο ἀκατάληπτο, τὸν τόσο τρομακτικὰ μακρινὸ στὴν ἁγιότητα καὶ τὸ ἄγνωστό Του. Κι ὁ Θεὸς αὐτός, ἐκείνη τὴ μαγικὴ βραδιὰ τῶν Χριστουγέννων ἔγινε ἄνθρωπος· μπῆκε στὸν κόσμο τῆς δημιουργίας ντυμένος μὲ ἀνθρώπινη σάρκα μέσω τῆς Ἀειπάρθενης Μαρίας. Τώρα δὲν προσπαθοῦμε πιὰ νὰ βροῦμε τὸ Θεὸ σὲ ἄγνωστα οὐράνια ὕψη, δὲν προσπαθοῦμε πιὰ νὰ Τὸν κατεβάσουμε σ’ ἐμᾶς, νὰ ἑλκύσουμε τὴν προσοχή Του, τὸ ἔλεος, τὴ συμπάθεια, τὴ συμπόνια, τὴν ἀγαθότητά Του διότι γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας, ὅτι βρίσκεται ἀνάμεσά μας, ὅτι ἡ μακραίωνη ἀναζήτηση ἔχει τελειώσει, ὅτι Ἐκεῖνος ὁ Ἴδιος ἔχει ἔλθει. Κάθε φορὰ ποὺ τώρα προσευχόμαστε στὴν ἐκκλησία, στὸ σπίτι, στὰ ἄδυτα τῶν καρδιῶν μας, ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας.

Σήμερα θυμόμαστε τοὺς προπάτορες τοῦ Χριστοῦ κι ὁ ἴδιος ὁ ναὸς μας εἶναι γεμάτος μὲ τὴν παρουσία τους. Ὁ Σωτήρας Χριστὸς εἶναι μαζί μας, κι ἡ Παναγία ποὺ Τοῦ ἔδωσε τὸ ἀνθρώπινό Του σῶμα καὶ τὴν ἀνθρώπινή Του ψυχή, κι ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος ἀπὸ τοὺς προγόνους Του. Ἔχουμε διαβάσει ἕνα μεγάλο κατάλογο μὲ τὰ ὀνόματά τους, μερικοὶ ἀνάμεσά τους μᾶς ἐκθαμβώνουν μὲ τὴ δικαιοσύνη τους, τὴν ἁγιότητα, θαῦμα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης θὰ μποροῦσαν νὰ συμπεριληφθοῦν στὴ γενεαλογία τοῦ Γιοῦ τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος ἔγινε γιὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἁμαρτωλοί τοὺς ὁποίους ἡ Παλαιὰ Διαθήκη προβάλλει σὰν ἁμαρτωλοὺς χωρὶς νὰ προσπαθεῖ νὰ τοὺς δικαιολογήσει. Ὅλοι τους ὅμως εἶχαν μία κοινὴ ἰδιότητα, τὴ θεοστρέφεια: δύναμη τοῦ πόθου τους, μὲ ὅλη τὴν ἐπίγεια πείνα τους ἀγωνίστηκαν νὰ βροῦν Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ζωὴ καὶ ἀλήθεια καὶ δικαιοσύνη καὶ φῶς, τὸ νόημα καὶ ἡ καταξίωση τοῦ παντός. Ἐπειδὴ κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ Θεὸ μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἐπειδὴ πολέμησαν τὴν ἁμαρτία ποὺ συχνά τοὺς ὑπερνικοῦσε καὶ τοὺς ὑποδούλωνε ἔγιναν ἄξιοι τοῦ Θεοῦ.

Δὲν εἶναι ὑπέροχο αὐτό; Δὲν εἶναι ὑπέροχο τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἀνταποκρίνεται ὄχι μόνο στὴν ἁγιότητα, τὶς ἡρωικὲς προσπάθειες ἤ τὶς προσευχὲς ἀλλὰ καὶ στὴν κραυγὴ τῶν ψυχῶν μας: «Κύριε, δὲν μπορῶ νὰ ζῶ χωρὶς Ἐσένα, ἡ θνητή μου φύση μὲ βασανίζει, τὰ πάθη μὲ τυραννοῦν, θάνατος βασιλεύει μέσα μου, ἡ γῆ μὲ τραβᾶ χαμηλὰ καὶ παρ” ὅλα αὐτὰ ὑπάρχει μέσα μου μία ζωή, μία πείνα ποὺ μόνο ἀπὸ Ἐσένα μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ»;

Εἶναι εὔκολο νὰ γίνουμε τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι, φτάνει μόνο νὰ στρέψουμε τὴν προσοχὴ στὰ βάθη μας, φτάνει νὰ μὴ δοκιμάσουμε νὰ ἱκανοποιήσουμε τὴν πείνα ποὺ ἔχουμε μέσα μας μὲ γήινο ψωμί, τὴ δίψα μας μὲ τὴν ἀπατηλὴ μέθη ποὺ μᾶς δίνουν τὰ πράγματα τῆς γῆς, οὔτε νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀνακουφίσουμε τὸν πόθο μας μὲ τὴν ψυχαγωγία. Ἂς δεχτοῦμε νὰ εἴμαστε οἱ πεινῶντες τοὺς ὁποίους θὰ χορτάσει ὁ Θεός, οἱ ζητοῦντες οἱ ὁποῖοι θὰ βροῦν, οἱ ἀγαπῶντες θὰ ἀγαπηθοῦν, οἱ ἀπεγνωσμένοι οἱ ὁποῖοι πέρα ἀπὸ κάθε ἐλπίδα θὰ δεχτοῦν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου.

Ἐκεῖνος βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Δὲ χρειάζεται νὰ τὸν ψάξουμε μακριά, εἶναι ἐδῶ. Γύρω μας ἔχουμε ὅλους τοὺς συγγενεῖς Του οἱ ὁποῖοι μᾶς λένε: «Κοιτάξτε ἐμᾶς, ἤμασταν ὅμοιοί σας, μερικοὶ καλύτεροι, οἱ περισσότεροι ὅμως ἀκόμη χειρότεροι ἀπὸ ἐσᾶς καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔκανε συγγενεῖς Του διότι χωρὶς Ἐκεῖνον δὲν μπορούσαμε νὰ ζήσουμε».

Ἂς γίνουμε εἰλικρινεῖς, ἂς μὴν κλείνουμε τὰ μάτια καὶ ἀπατοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας. Θὰ συναντήσουμε τότε τὸ ζωντανὸ Θεὸ καὶ Ἐκεῖνος, ὁ Ἐμμανουὴλ θὰ μᾶς ἐπισκεφτεῖ μὲ τὸ νικηφόρο Του ὄνομα «ΙΗΣΟΥΣ», ποὺ σημαίνει «ὁ Θεὸς νικᾶ». Νικᾶ ἐμᾶς, κατατροπώνει τὸ κακό, τὴν ἁμαρτία, τὸ θάνατο, τὰ πάντα καὶ τὸ ἀνακαλύπτουμε σὰν παντοτινὴ ἀγαλλίαση, σὰν τὴν ἴδια τὴ ζωή μας, τὴ νίκη μας, τὴ βασιλεία τῆς αἰώνιας ἀγάπης καὶ τῆς μακαριότητας.



Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2020/12/bloom_19.html#ixzz7n2xmJshJ

Έστιν αμαρτία από ασθενείας γινομένη, εις ην ακουσίως ο άνθρωπος ανθέλκεται, και έστιν αμαρτία εκουσίως γινομένη και από αγνοίας, συμβαίνει δε πάλιν από της διαμονής και της εν τω κακω έξεως. Ούτοι δε πάντες οι τρόποι και τα είδη των αμαρτιών, ει και πάντες άξιοι μομφής εισίν, άλλ' ούν ευρίσκεται κατά σύγκρισιν την προς εκδίκησιν εις μεί­ζων του έτερου.
Και τινος μεν η μέμψις μεγίστη και μετά κόπου προσδέχεται τούτου η μετάνοια, τινός δε εγγύτερα εστίν η αμαρτία της συγχωρήσεως. Και ώσπερ ο Αδάμ και η Εύα και ο όφις, πάντες μεν έδέξαντο παρά Θεού της αμαρτίας την αμοιβήν, διαφορά δε πολλή την κατάραν εκληρώσαντο, ούτω και εν τοις υιοίς αυτών, εκάστω κατά την πρόθεσιν αυτού και τον πόθον τον εις την αμαρτίαν, ούτω και το σφοδρόν της κολάσεως. Εάν δε τις μη βουλόμενος μεν ακολουθήσαι τη αμαρτία, υπό δε της αμελείας της εις την αρετήν ανθέλκεται προς εκείνην, εκ του μη σχολάσαι ταύτη, ει και βαρύ εστίν αύτω συνείναι τη αμαρτία, άλλ' ούν η κόλασις αυτού επιβαρής. Εάν δε συμβή τινι επιμελουμένω της αρετής πειρασθήναι εν τινι πλημμελήματα όμως το έλεος εγγύς εστί του καθαρισμού αυτού αδιστάκτως.


Άλλη εστίν η αμαρτία η γινομένη, όταν ευρέθη ο άνθρωπος επιμελούμενος της αρετής και εμμένων τη εργασία και νυκτός μεν ου καθεύδει, φροντίζων μηδέν ζημιωθήναι, ων επι­μελείται, ημέρας δε, περιερχόμενος και βαστάζων το βάρος, και πάσα η φροντίς αυτού εν τη αρετή. Και εν όσω εστίν εν τούτοις και τοις τοιούτοις, ή δια τίνα άγνοιαν ή από των πραγμάτων των εναντιουμένων εν τη οδώ αυτού, ήτοι της αρετής και των κυμάτων των υψουμένων εν παντί καιρώ εν τοις μέλεσιν αυτού ή δια την έκκλισιν την ενδεχομένην είναι εν αυτώ εις το δοκιμάζεσθαι αυτού το αυτεξούσιον, κλίνει η πλάστιγξ του ζυγού αυτού μικρόν εις τα αριστερά, και ανθέλκεται υπό της ασθε­νείας του σώματος εις έν είδος της αμαρτίας, εν οίς λυπείται και αδημονεί και στενάζει μετά πόνου κατά της ψυχής αυτού, δια την ταλαιπωρίαν την επισυμβάσαν αυτώ υπό των εναντίων.
Ετέρα δε, όταν ευρέθη ό ανθρωπος χαύνος και αμελής εις την εργασίαν της αρετής και παντελώς την οδόν εγκαταλίπων και δραμών δουλικώς εις την υπακοήν πάσης ηδονής των αμαρτημάτων και ζήλον ένδεικνύμενος, μηχανάς ευρήσαι εις ολοκληρίαν αυτής, και ων έτοιμος, ώσπερ τις δούλος, εις το επιμελώς ποιήσαι το θέλημα του εχθρού αυτού και ετοιμάσαι τα μέλη αυτού όπλα τω διαβόλω εν πάση υπακοή αυτού, και μηδαμώς βουλόμενος προσέχειν τη μετανοία μήτε προσεγγίσαι τη αρετή μήτε ποιήσαι εκκοπήν και τέλος της ολέθριας οδού αυτού.
Καί άλλη μεν εστίν η εξ ολισθήσεων και εκπτώσεων των ενδεχομένων γενέσθαι εν τη οδώ της αρετής και εν τη τρίβω της δικαιοσύνης, κατά τα των Πατέρων λόγια τα φάσκοντα, ότι ευρίσκονται εν τη οδώ της αρετής και εν τη τρίβω της δικαιοσύνης εκπτώσεις και εναντιώσεις και αναγκασμοί, και τα αυτοίς όμοια.
Ετέρα δε εστίν η πτώσις της ψυχής και η ολόκληρος απώ­λεια και η τελεία εγκατάλειψις.
Και φανερός εστί τις εκ τούτων, όταν πέση, μη επιλάθηται της αγάπης του οικείου πατρός, άλλ', εάν συμβή αυτώ ποικίλοις εμπεσείν παραπτώμασιν, έσται μη αμελών του αγα­θού και του δρόμου αυτού στάσιν μη ποιών, αλλά και νικώμενος, πάλιν ανίσταται προς αγώνα τον κατά των εναντίων αυτού και της καταλυθείσης οικοδομής καθ' έκάστην ημέραν αρχήν θεμελίων εμβάλλει, το προφητικόν λόγιον κατά στόμα έχων, μέχρι της εξόδου αυτού από τούδε του κόσμου «μη επιχαρής μοι ο υπεναντίος μου, ότι πέπτωκα. Πάλιν γαρ εγώ αναστήσομαι. Και εάν εν τω σκότει καθήσω, ό Κύριος επιλάμψει μοι».
Καί μηδαμού του πολέμου παύσηται μέχρι του θανάτου και ου μη προδώ τη ήττη της ψυχής αυτού εν όσω εστίν αυτώ πνοή και εν αυτή τη ήττη αυτός. Αλλά και εάν καθ ημέ­ραν κλασθή αυτού το σκάφος και ναυαγήση τα αγώγιμα αυτού, ού μη παύσηται περιποιούμενος και φροντίζων, άμα δε και δα­νειζόμενος και εις έτερα πλοία αναβαίνων και επ' ελπίδι πλέων, έως αν ό Κύριος κατιδών αυτού τον αγώνα και σπλαγχνισθείς επί τη συντριβή αυτού, καταπέμψη έπ' αυτόν το έλεος αυτού και δω αυτώ κινήσεις ίσχυράς, εις το υπομείναι και απαντήσαι τοις καυστικοίς βέλεσι του εχθρού. Και αύτη εστίν η δεδομένη σοφία παρά Θεού. Και ούτος εστίν ο σοφός άρρω­στος, ο μη εκκόψας την ελπίδα αυτού.
Κρείσσον κατακριθήναι ημάς εν ενίοις των πραγμάτων και μη επί τη καταλείψει των πάντων. Και δια τούτο ό αββάς Μαρτινιανός παρεγγυά, μη ραθυμήσαι προς το πλήθος των αγώνων και προς το ποικίλον του πολέμου και συνεχές το εν τη οδώ της δικαιοσύνης, και μη στραφήναι εις τα οπίσω και παραδούναι τω εχθρώ την καθ ημών νίκην εν ενί των αι­σχρών τρόπων. Ώσπερ γαρ τις φιλότεκνος πατήρ ευτάκτως και στοιχηδόν διορίζων, ταύτα λέγει.
Παραίνεσις του οσίου Μαρτινιανού.
Τέκνα, ει έστε εν αληθεία, αγωνισταί προσέχοντες τη αρετή και εστίν υμίν επιμέλεια ψυχική, παραστήσαι θελήσατε τον νουν υμών τω Χριστώ καθαρόν και εργάζεσθε πράξιν την ούσαν αυτώ ευάρεστον. Δέον γαρ υμάς πάντως αναδέξασθαι υπέρ τούτου πάντα πόλεμον εγειρόμενον υπό των παθών της φύσεως και της ανθολκής του κόσμου τούτου και της διαμονής, της τε συνεχείας των κακιών των δαιμόνων, εν οίς ειώθασι προσαπανταν υμίν και πάσης τούτων ενέδρας. Και μη φοβηθήτε δια το συνεχές και επίμονον της σφοδρότητος του πολέμου και μη διστάσητε δια το διαρκές του αγωνίσματος και μη οκλάσητε, μήτε τρομάξητε από των στρατευμάτων των εχθρών, και μη εμπέσητε εις βόθυνον ανελπιστίας, ει συμβή υμίν ίσως ολισθήναι προς καιρόν και αμαρτήσαι. Άλλ' αν τι πάθητε εν τούτω τω μεγίστω πολέμφ και κατά πρόσωπον αν λάβητε και τραυματισθήτε, μηδαμώς εμπόδιση υμάς τούτο του αγαθού σκοπού υμών, μάλλον δε εν τη ηρετισμένη υμίν εργασία διαμεινατε και κτήσασθε τούτο το επιθυμητόν και επαινετόν, το φανήναι, λέγω δη, εν τω πολεμώ εδραίοι και αμετακίνητοι και τω αίματι των τραυματισμών υμών πεφοινιγμένοι, και μη παύσησθε παντελώς από της μετά των αντιδίκων υμών παλαίστρας». Αύται εισίν αι παραινέσεις του μεγάλου γέροντος.
Ώστε ου χρή υμάς χαυνούσθαι ή ραθυμήσαι, δι' ους τρόπους έφημεν. Ουαί δε τω μοναχώ εκείνω ψευδομένω εν τη υποσχέσει αυτού και προτείνοντι χείρα τω διαβάλω εν τω καταπατείν την συνείδησιν αυτού, του επαρθήναι αυτόν κατ' αυτού εν τινι μικρώ ή μεγάλω των της αμαρτίας τρόπων και μη δυναμένω πάλιν στήναι κατ' ενώπιον των εχθρών αυτού εν τω διερρωγότι μέρει της ψυχής αυτού. Εν ποίω άρα προσώπω μέλλει υπαντήσαι τω κριτή, ηνίκα οι εταίροι αυτού καθηγνισμένοι προσυπαντήσουσιν αλλήλοις, εκείνοι, αφ' ων την όδον αυτού αφώρισε και την τρίβον της απωλείας εβάδισε και της παρρησίας εκπέπτωκεν, ήτις εστί τοις οσίοις προς τον Θεόν, και της προσευχής της ανιούσης από της καθαράς καρδίας και υψούμενης και διαπερώσης τάς αγγελικάς δυνάμεις και μη κωλυόμενης, έως αν τεύξηται της αιτήσεως αυτής και υποστρέψη μετά χαράς προς το εκπέμψαν αυτήν στόμα; Και το δη φοβερώτερον πάντων, ότι, ώσπερ αυτός ενταύθα την οδόν αυτού άπ' αυτών αφώρισεν, ούτως αφορίσει αυτόν άπ' αυτών ο Χριστός εν τη ημέρα εκείνη, ηνίκα βαστάζει η φωτεινή νεφέλη επί νώτα αυτής τα διαστίλβοντα σώματα από της καθαρότητος και εισάξει εις τάς ουράνιους πύλας. Διά γαρ τούτο «ουκ αναστήσονται ασεβείς εν κρίσει», διότι απ' εντεύθεν η πράξις αυτών κέκριται, «ουδέ αμαρτωλοί εν βουλή δικαίων» εν τη αναστάσει της κρίσεως.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ

Λίγα ἁπλᾶ λόγια θὰ σᾶς πῶ, ἀγαπητοί μου,καὶ παρακαλῶ νὰ τὰ προσέξετε. Ἀκούσατε ὅλοι τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο.Τί εἶνε τὸ Εὐαγγέλιο; Τὸ πιὸ ὡραῖο βιβλίο τοῦ κόσμου. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἀνώτερο. Γι᾽ αὐτὸ πρέπει ὅλοι καθημερινῶς νὰ τὸ διαβάζουμε. Ὅπως δὲν περνάει μέρα χωρὶς φαΐ, ἔτσι δὲν πρέπει καὶ νὰ περνάῃ χωρὶς νὰ διαβάσου- με ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Καὶ ὅμως δὲν τὸ διαβάζουμε δυστυχῶς. Μόνο μιὰ φορὰ τη βδομάδα τὸ ἀκοῦμε στὴν ἐκκλησία. Εἶνε σὰν μιὰ φορὰ τὴ βδομάδα νὰ τρῶμε ψωμί! Ποιόςφταίει γι᾽ αὐτό;
Φταῖνε οἱ μανάδες κ᾽ οἱ πατεράδες, ποὺ δὲν ἔμαθαν τὰ παιδιά τους νὰ τὸ μελετοῦν, ὅπως γινόταν τὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια. Κι ὅσοι δὲν πατοῦν στὴν ἐκκλησία, δὲν τ᾿ ἀκοῦνε ποτέ στὴ ζωή τους.Ἄλλοι πάλι τὸ Εὐαγγέλιο τὸ βλέπουν μόνο στὸ δικαστήριο ὅταν ὁ πρόεδρος τοὺς λέει«Βάλε τὸ χέρι στὸ Εὐαγγέλιο νὰ ὁρκιστῇς» κι αὐτοὶ τὸ βάζουν καὶ καίγονται. Γιατὶ προτιμότερο νὰ βάλῃς τὸ χέρι σου στὴ φωτιὰ παρὰ νὰ ὁρκιστῇς στὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ Εὐαγγέλιο λέει νὰ μὴν κάνουμε ὅρκο καθόλου (βλ. Ματθ. 5,34).
Ὁ ὅρκος, ἀκόμα κι ὁ ἀληθινός, εἶνε ἁμαρτία, μεγάληἁμαρτία.Στὴ Φλώρινα βρέθηκα ὅταν μαζεύτηκαν πεντακόσοι νέοι δήμαρχοι καὶ πρόεδροι κοινοτήτων ὅλου τοῦ νομοῦ. Κάθησα καὶ τοὺς μίλησα μὲ ἀγάπη· ἀλλὰ στὴν ὁρκωμοσία τους δὲν ἔμεινα.Ἔφυγα, διότι ὁ ὅρκος ἀπαγορεύεται. Εἶπα μάλιστα στοὺς βουλευτὰς τοῦ νομοῦ, νὰ συμβάλουν νὰ ψηφιστῇ ἀπὸ τὴ Βουλὴ νόμος ποὺ θὰ καταργῇ τὸν ὅρκο· κανείς νὰ μὴν ὁρκίζεται. Δυστυχῶς τόσοι ἀντίθεοι νόμοι ψηφίστηκαν, καὶ ἕνας τέτοιος εὐλογημένος νόμος, 100% σύμφωνος μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν ψηφίστηκε ἀκόμη.Ἂς δοῦμε ὅμως τί λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Ἡ Κυριακὴ αὐτὴ λέγεται Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως . Διότι τὴν ἑβδομάδα αὐτὴ θὰ ἑορτάσουμε τὴ Γέννησι τοῦ Κυρίου γιὰ μία ἀκόμη φορά, ἴσως τελευταία.
―Γιατί λὲς «ἴσως τελευταία φορά»; ἐδῶ ὅλοι λέμε «χρόνια πολλά»… Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ μᾶς ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸ Μεγαλοδύναμο ποὺ κυβερνάει τὸν κόσμο.
Πέρυσι τέτοιες μέρες πόσοι ἦταν μαζί μας! Σήμερα ζοῦν; Δὲ ζοῦν. Πέθαναν μέσα στὸ ἔτος αὐτό. Ἴσως αὐτὲς νά ᾽νε καὶ γιὰ μᾶς οἱ τελευταῖες γιορτές.
Γι᾿ αὐτὸ ἂς εἴμαστε πάντα ἕτοιμοι γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι.
Κυριακή, λοιπόν, πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως. Παράξενο τὸ εὐαγγέλιο· εἶνεὅλο ὀνόματα , πενήντα περίπου. Εἶνε ὀνόματα ἑβραϊκά, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ποὺ ἔζησαν στὰ πρὸ Χριστοῦ χρόνια. Κ᾽ ἔχουν σημασία τὰ ὀνόματα; Μεγάλη. Στὸ Εὐαγγέλιο καὶ μιὰ τελεία κ᾽ ἕνα κόμμα ἔχει σημασία . Ἔτσι καὶ τὰ ὀνόματα αὐτά. Ποια σημασία ἔχουν; Διδάσκουν μερικὲς σπουδαῖες ἀλήθειες.
Τ᾽ ἀκοῦμε τώρα καὶ δὲ μᾶς κάνουν ἐντύπωσι. Στὴν ἐποχή τους ὅμως ἔκαναν μεγάλο θόρυβο,ὅπως σήμερα τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχόντων. Παντοῦ ἀκούγεται τὸ ὄνομα τοῦ πρωθυπουργοῦ ἢ τοῦ προέδρου τῆς δημοκρατίας. Ὕστερα ὅμωςἀπὸ ἑκατὸ χρόνια ποιός θὰ θυμᾶται ποιος ἦταν πρόεδρος δημοκρατίας καὶ ποιός πρωθυπουργὸς καὶ ποιός δεσπότης;
Περνοῦν, φεύγουν,σβήνουν. Ἔτσι καὶ τὰ ὀνόματα ὅλων αὐτῶν. Ἄλλος ἀπ᾽ αὐτοὺς ἔζησε πεντακόσα, ἄλλος χίλια χρόνια πρὸ Χριστοῦ. Μερικοὶ ἦταν πλού- σιοι, πολὺ πλούσιοι καὶ ἔνδοξοι. Ὡρισμένων τὸ ὄνομα ἔγινε γνωστὸ σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Τέτοιος
π.χ. ἦταν ὁ Σολομῶν. Εἶχε δόξα καὶ πλούτη, στέρναγεμάτη χρυσᾶ νομίσματα. Ἀπήλαυσε ὅ,τι θαυμάζει ὁ κόσμος, καὶ ἔζησε χρόνια πολλά.Ὅλα τὰ δοκίμασε· καὶ γυναῖκες, καὶ λεπτά, καὶ φήμη, καὶ δόξα. Ἂν κάποιος τὸν ρωτοῦσε ὅταν πλέον γέρασε, «Τί κατάλαβες στὴ ζωή σου ἀπ᾽ ὅλα ὅσα γεύθηκες;», θὰ ἔλεγε· Ἔμαθα ἕνα πρᾶγμα, τὸ πιὸ δύσκολο μάθημα· ὅτι « ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης»(᾿Εκκλ. 1,2· 12,8).
Εἶνε αὐτὸ ποὺ τραγουδᾷ ποιητὴς τοῦ λαοῦ μας·«Δακρύζω μὲ παράπονο, μὲ πόνο συλλογοῦμαι πὼς εἶνε ὅλα μάταια στὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ ζοῦμε». Ματαιότης τὰ πλούτη, ματαιότης οἱ δόξες, ματαιότης οἱ ἡδονές, ματαιότης οἱ γυναῖκες, ματαιότης τὰ πάντα. Ἕνα μόνο ἀξίζει καὶ μένει αἰώνιο· νά ᾽χῃς φόβο Θεοῦ καὶ νὰ τηρῇς τὶς ἐντολές του (ἔ.ἀ.. 12,13) . Αὐτὰ συλλογιζόμαστε κ᾽ ἐμεῖς στὶς κηδεῖες ὅταν ψάλλουμε· «Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον…» .Πῆγα στὰ μνήματα καὶ τί εἶδα; Κόκκαλα γυμνά.
Καὶ ρώτησα· Τί νά ᾽ταν ἆραγε ὁ ἄνθρωπος αὐτός, βασιλιᾶς ἢ στρατιώτης, πλούσιος ἢ φτωχός, δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός;… (νεκρ. ἰδιόμ. γ΄ καὶ πλ. α΄ ἤχ.) .
Τὰ ὀνόματα αὐτὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὴ ματαιότητα διδάσκουν καὶ τὴν ἁμαρτωλότητα . Ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἀκούσαμε κατάγονται ἀπ᾽ τὸν Ἀδὰμ κ᾽ εἶνε ἄνθρωποι μὲ ἀδυναμίες, κλαδιὰ καὶ καρποὶ ἑνὸς δέντρου ποὺ ἡ ῥίζα του εἶνε σάπια. ῾Ρίζα τοῦ δέντρου τῆς ἀνθρωπότητος εἶνε ὁ Ἀδὰμ ποὺ ἁμάρτησε, κι ὅσοι κατάγονται ἀπ᾽ τὸν Ἀδὰμ φέρουν ἐντός τους τὸ σπέρμα τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ὅπως τοῦ Χριστοῦ ἔτσι καὶ οἱ δικοί μας πρόγονοι , ἄλλος περισσότερο ἄλλος λιγώτερο, ἦταν ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί.
Δὲ γεννηθήκαμε ἀπὸ βράχο· μιὰ μάνα μᾶς γέννησε, καὶ τὴ μάνα τὴ γέννησε ὁ παπποῦς μας,καὶ τὸν παπποῦκάποιος ἄλλος, καὶ οὕτω καθ᾽ ἑξῆς. Ἂν μπορούσαμε νὰ μάθουμε ποιοί ἦταν οἱ πρόγονοί μαςπρὶν ἑκατὸ χρόνια!… Ἄλλοι θά᾿ταν κλέφτες, ἄλλοι φονιᾶδες, ἄλλοι πόρνοι ἢ μοιχοὶ καὶ λοιποὶ ἐγκληματίες. Τρομακτικὸ γιὰ ὅλους τὸ παρελθόν. Ἦρθε στὴ μητρόπολι κάποιος καὶ μοῦ λέει· –Πάτερ, σὲ παρακαλῶ, ἄλλοτε, ὅταν γράφῃς τὴν ἱστορία τοῦ τόπου στὸ περιοδικό σου, μὴ γράφεις τὸ ὄνομά μας. –Γιατί; τοῦ λέω. –Μὴ γράφεις τὸν πατέρα μου, γιατὶ στὰ χρόνια ἐκεῖνα σκότωσε, καὶ ντρέπομαι!…
Ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς καὶ δὲ μοιάζει μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλ᾽ ἀφοῦ ἀποφάσισε νὰ ἔρθῃ νὰγεννηθῇ ὡς ἄνθρωπος, ἔχει καὶ αὐτὸς μητέρα,τὴν Παναγία Παρθένο. Δὲν ἔχει ὅμως πατέρα.Ὅλοι ἔχουν πατέρα· ἔτσι ὥρισε ὁ Θεός, νὰ σμίγῃ τὸ ἀντρόγυνο καὶ νὰ γεννάῃ παιδιά.
Ὁ Χριστὸς ὅμως γεννήθηκε χωρὶς πατέρα, χωρὶς σπέρμα ἀνδρός. Γεννήθηκε ὄχι κατὰ φυσικὸ τρόπο,ποὺ γεννώμεθα ὅλοι ἐμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τρόπο ὑπερφυσικό. «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται υἱόν»(Ἠσ. 7,14). Ἔτσι λοιπὸν καὶ ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος εἶχε προγόνους κατὰ σάρκα –εἶνε τὰ ὀνόματα ποὺ ἀκούσαμε–, ποὺ ἦταν ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲ ντρέπεται νὰ δηλώνῃ τοὺς προγόνους του, ποὺ πολλοὶ μάλιστα ἀπ᾽ αὐτοὺς ἦταν πολὺ ἁμαρτωλοί.Γιατί; Διότι ἦρθε νὰ σώσῃ τοὺς ἁμαρτωλούς.
Τὰ ὀνόματα λοιπὸν αὐτὰ μᾶς διδάσκουν τὴ ματαιότητα καὶ ἁμαρτωλότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως κι ὅτι ὁ Χριστὸς δὲ ντράπηκε νὰ ἔχῃ τέτοιους προγόνους. Τὸ σπουδαιότερο ὅμως εἶνε ὅτι περιέχουν προφητεία. Γιατὶ ὅλοι αὐτοί, τόσους αἰῶνες, ὅλοι ζοῦσαν μὲ μιὰ λαχτάρα.Ἄχ, ἔλεγαν, πότε νὰ τελειώσῃ ἡ νύχτα, πότε νὰ ξημερώσῃ νὰ βγῇ τ᾽ ἀστέρι! ὤ νὰ προλάβουμε νὰ δοῦμε τ᾽ ἀστέρι, νὰ δοῦμε τὸ Χριστό! Ὅλοι τους, ἀπ᾽ τὸν Ἀδὰμ μέχρι τὸν τελευταῖο,αὐτὸ περίμεναν. Καὶ δὲν τὸ εἶ δαν. Μόνο ὁ γέρων Συμεὼν πρόλαβε, κι ὅταν πῆρε στὴν ἀγ-καλιά του τὸ Χριστὸ εἶπε· «Νῦν ἀ πολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, …ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου…» (Λουκ. 2,29-30) · σ᾽ εὐχαριστῶ,Θεέ μου, ποὺ μ᾿ ἀξίωσες νὰ δῶ τ᾿ ἀστέρι, νὰ δῶ τὸ Χριστὸ ποὺ γεννήθηκε. Σήμερα λοιπὸν ἡ προφητεία ἐκπληρώνεται.
Αὐτὸ ποὺ προσδοκοῦσε ὁ Ἀδάμ, ὁ Ἀβραάμ, ὁ Δαυΐδ, ὅλοι οἱπροπάτορες, πραγματοποιεῖται . Κι αὐτοὶ ποὺδὲν τὸν εἶδαν ἐδῶ, τὸν εἶδαν κάτω στὸν ᾅδη.Γιατὶ ὅταν πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος τὸ κορμὶ σα-πίζει καὶ τὸ τρῶνε τὰ σκουλήκια, ἡ ψυχὴ ὅμως ζῇ σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο. Ἐκεῖ λοιπὸν στὸν κόσμο τοῦ ᾅδου εἶδαν κι αὐτοὶ τὸ ἀστέρι. Ὁ Χριστὸς εἶπε· Ὁ «Ἀβραὰμ …ἠγαλλιάσατο ἵνα ἴ δῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμήν, καὶ εἶδε καὶ ἐχάρη»(Ἰω. 8,56).Κι ἀκόμα πιὸ λαμπρὸ εἶδαν τὸ ἀστέρι –πότε;Κατὰ τὴν Ἀνάστασι, ὅταν μετὰ τὴν Σταύρωσικαὶ τὴν Ταφὴ ὁ Χριστὸς κατέβηκε στὸν ᾅδη.
Μὲ τὴ Γέννησι τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶνε τὸ πιὸ σημαντικὸ γεγονός, ἡ ἱστορία, ἀγαπητοί μου,χωρίζεται στὰ δύο, στὴν πρὸ Χριστοῦ καὶ στὴ μετὰ Χριστόν. Ἐμεῖς ζοῦμε μετὰ Χριστόν. Καὶ πρέπει μ᾿ ὅλη τὴν καρδιά μας νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ γι᾽ αὐτό.Ἂν ζούσαμε πρὸ Χριστοῦ, δὲν θὰ λατρεύαμε–ἀλλοίμονο–τὸν ἀληθινὸ Θεό, ἀλλὰ τὰ εἴδωλα, ψεύτικους θεοὺς καὶ ζῷα. Ἀλλὰ ἦρθε τὸ ἀστέρι καὶ μᾶς δίδαξε, ὅτι «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.) .
Νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ ποὺ γεννηθήκα- με μετὰ Χριστόν, ἀπὸ γονεῖς Χριστιανοὺς καὶ σὲ ὀρθόδοξη πατρίδα. Ἀλλὰ καὶ νὰ προσέξουμε νὰ ζοῦμε χριστιανικά . Πολλοὶ εἶνε Χριστιανοί, ἀλλὰ ζοῦν σὰν εἰδωλολάτρες. Πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα. Ἂς προετοιμαστοῦμε. Νὰ ἔρθουμε ὅλοι τὴν ἅγια νύχτα, νὰ δοῦμε τ᾽ ἀστέρι, νὰ προσκυνήσουμε τὸν Σωτῆρα, νὰ δοῦμε τὴν Παναγία καὶ τοὺς ἀγγέλους. Κι ἂς θυμηθοῦμετὶς περασμένες γενεὲς ποὺ αἰῶνες περίμεναν τὸ Χριστό, τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ὑμνοῦμε καὶ νὰ δοξολογοῦμε σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες· ἀμήν
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2012/12/blog-post_1781.html#ixzz7n2yBtquy

Ὅταν ὁ ἄγγελος παρουσιάστηκε στὸν Ἰωσὴφ τοῦ θύμισε τὴν ἀρχαία προφητεία (Ἠσ. 7.14) ἡ ὁποία ἔδινε τὴν ὑπόσχεση πὼς θὰ ἐρχόταν μία ἐποχὴ ποὺ ὁ Θεὸς θὰ ζοῦσε ξανὰ ἀνάμεσα στὸ λαό Του, ὅπως ἦταν καὶ στὴν ἀρχὴ ἀχώριστος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τότε ἐκεῖνοι θὰ ἀναφωνοῦσαν τὴ λέξη «Ἐμμανουὴλ» ἡ ὁποία στὰ Ἑβραϊκὰ σημαίνει «ὁ Θεὸς μαζί μας». Ἡ προφητεία αὐτὴ ἔχει ἐκπληρωθεῖ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ· τώρα ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσά μας.

Τὸν παλιὸ καιρὸ ὁ Ἰσραηλιτικὸς λαὸς ὕψωνε ὁλόκληρη τὴν ψυχή του, ὅλο τὸν ἐπίγειο πόθο του, ὁλόκληρη τὴν ἐλπίδα του γιὰ τὸν οὐρανὸ πρὸς ἐκείνη τὴ μυστηριώδη ἀπόσταση, τὴν κατοικία τοῦ ἀπρόσιτου Θεοῦ. Οἱ θρησκεῖες τοῦ ἀρχαίου κόσμου ἀποσκοποῦσαν στὸ νὰ βροῦν μὲ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο, μὲ θυσίες, μὲ μία δίκαιη ζωή, μὲ τὴν προσευχή, κάποιο σύνδεσμο, ἕνα τρόπο ἐπαφῆς μὲ αὐτὸ τὸ Θεὸ τὸν τόσο ἀκατάληπτο, τὸν τόσο τρομακτικὰ μακρινὸ στὴν ἁγιότητα καὶ τὸ ἄγνωστό Του. Κι ὁ Θεὸς αὐτός, ἐκείνη τὴ μαγικὴ βραδιὰ τῶν Χριστουγέννων ἔγινε ἄνθρωπος· μπῆκε στὸν κόσμο τῆς δημιουργίας ντυμένος μὲ ἀνθρώπινη σάρκα μέσω τῆς Ἀειπάρθενης Μαρίας. Τώρα δὲν προσπαθοῦμε πιὰ νὰ βροῦμε τὸ Θεὸ σὲ ἄγνωστα οὐράνια ὕψη, δὲν προσπαθοῦμε πιὰ νὰ Τὸν κατεβάσουμε σ’ ἐμᾶς, νὰ ἑλκύσουμε τὴν προσοχή Του, τὸ ἔλεος, τὴ συμπάθεια, τὴ συμπόνια, τὴν ἀγαθότητά Του διότι γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας, ὅτι βρίσκεται ἀνάμεσά μας, ὅτι ἡ μακραίωνη ἀναζήτηση ἔχει τελειώσει, ὅτι Ἐκεῖνος ὁ Ἴδιος ἔχει ἔλθει. Κάθε φορὰ ποὺ τώρα προσευχόμαστε στὴν ἐκκλησία, στὸ σπίτι, στὰ ἄδυτα τῶν καρδιῶν μας, ὁ Θεὸς εἶναι μαζί μας.

Σήμερα θυμόμαστε τοὺς προπάτορες τοῦ Χριστοῦ κι ὁ ἴδιος ὁ ναὸς μας εἶναι γεμάτος μὲ τὴν παρουσία τους. Ὁ Σωτήρας Χριστὸς εἶναι μαζί μας, κι ἡ Παναγία ποὺ Τοῦ ἔδωσε τὸ ἀνθρώπινό Του σῶμα καὶ τὴν ἀνθρώπινή Του ψυχή, κι ἕνα ἀμέτρητο πλῆθος ἀπὸ τοὺς προγόνους Του. Ἔχουμε διαβάσει ἕνα μεγάλο κατάλογο μὲ τὰ ὀνόματά τους, μερικοὶ ἀνάμεσά τους μᾶς ἐκθαμβώνουν μὲ τὴ δικαιοσύνη τους, τὴν ἁγιότητα, θαῦμα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης θὰ μποροῦσαν νὰ συμπεριληφθοῦν στὴ γενεαλογία τοῦ Γιοῦ τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος ἔγινε γιὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἁμαρτωλοί τοὺς ὁποίους ἡ Παλαιὰ Διαθήκη προβάλλει σὰν ἁμαρτωλοὺς χωρὶς νὰ προσπαθεῖ νὰ τοὺς δικαιολογήσει. Ὅλοι τους ὅμως εἶχαν μία κοινὴ ἰδιότητα, τὴ θεοστρέφεια: δύναμη τοῦ πόθου τους, μὲ ὅλη τὴν ἐπίγεια πείνα τους ἀγωνίστηκαν νὰ βροῦν Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ζωὴ καὶ ἀλήθεια καὶ δικαιοσύνη καὶ φῶς, τὸ νόημα καὶ ἡ καταξίωση τοῦ παντός. Ἐπειδὴ κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ Θεὸ μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἐπειδὴ πολέμησαν τὴν ἁμαρτία ποὺ συχνά τοὺς ὑπερνικοῦσε καὶ τοὺς ὑποδούλωνε ἔγιναν ἄξιοι τοῦ Θεοῦ.

Δὲν εἶναι ὑπέροχο αὐτό; Δὲν εἶναι ὑπέροχο τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἀνταποκρίνεται ὄχι μόνο στὴν ἁγιότητα, τὶς ἡρωικὲς προσπάθειες ἤ τὶς προσευχὲς ἀλλὰ καὶ στὴν κραυγὴ τῶν ψυχῶν μας: «Κύριε, δὲν μπορῶ νὰ ζῶ χωρὶς Ἐσένα, ἡ θνητή μου φύση μὲ βασανίζει, τὰ πάθη μὲ τυραννοῦν, θάνατος βασιλεύει μέσα μου, ἡ γῆ μὲ τραβᾶ χαμηλὰ καὶ παρ” ὅλα αὐτὰ ὑπάρχει μέσα μου μία ζωή, μία πείνα ποὺ μόνο ἀπὸ Ἐσένα μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ»;

Εἶναι εὔκολο νὰ γίνουμε τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι, φτάνει μόνο νὰ στρέψουμε τὴν προσοχὴ στὰ βάθη μας, φτάνει νὰ μὴ δοκιμάσουμε νὰ ἱκανοποιήσουμε τὴν πείνα ποὺ ἔχουμε μέσα μας μὲ γήινο ψωμί, τὴ δίψα μας μὲ τὴν ἀπατηλὴ μέθη ποὺ μᾶς δίνουν τὰ πράγματα τῆς γῆς, οὔτε νὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀνακουφίσουμε τὸν πόθο μας μὲ τὴν ψυχαγωγία. Ἂς δεχτοῦμε νὰ εἴμαστε οἱ πεινῶντες τοὺς ὁποίους θὰ χορτάσει ὁ Θεός, οἱ ζητοῦντες οἱ ὁποῖοι θὰ βροῦν, οἱ ἀγαπῶντες θὰ ἀγαπηθοῦν, οἱ ἀπεγνωσμένοι οἱ ὁποῖοι πέρα ἀπὸ κάθε ἐλπίδα θὰ δεχτοῦν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου.

Ἐκεῖνος βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Δὲ χρειάζεται νὰ τὸν ψάξουμε μακριά, εἶναι ἐδῶ. Γύρω μας ἔχουμε ὅλους τοὺς συγγενεῖς Του οἱ ὁποῖοι μᾶς λένε: «Κοιτάξτε ἐμᾶς, ἤμασταν ὅμοιοί σας, μερικοὶ καλύτεροι, οἱ περισσότεροι ὅμως ἀκόμη χειρότεροι ἀπὸ ἐσᾶς καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔκανε συγγενεῖς Του διότι χωρὶς Ἐκεῖνον δὲν μπορούσαμε νὰ ζήσουμε».

Ἂς γίνουμε εἰλικρινεῖς, ἂς μὴν κλείνουμε τὰ μάτια καὶ ἀπατοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας. Θὰ συναντήσουμε τότε τὸ ζωντανὸ Θεὸ καὶ Ἐκεῖνος, ὁ Ἐμμανουὴλ θὰ μᾶς ἐπισκεφτεῖ μὲ τὸ νικηφόρο Του ὄνομα «ΙΗΣΟΥΣ», ποὺ σημαίνει «ὁ Θεὸς νικᾶ». Νικᾶ ἐμᾶς, κατατροπώνει τὸ κακό, τὴν ἁμαρτία, τὸ θάνατο, τὰ πάντα καὶ τὸ ἀνακαλύπτουμε σὰν παντοτινὴ ἀγαλλίαση, σὰν τὴν ἴδια τὴ ζωή μας, τὴ νίκη μας, τὴ βασιλεία τῆς αἰώνιας ἀγάπης καὶ τῆς μακαριότητας.



Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2020/12/bloom_19.html#ixzz7n2xmJshJ