«Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν»
Ἀπὸ τὸν καιρὸ πού ἐμόνασε στὴν Κύζικο, στὶς συνομιλίες μὲ τὸν ἐπίσκοπο
Ἰωάννη τῆς Κυζίκου πάνω σὲ μερικὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ
Ναζιανζηνοῦ, ὁ ἅγιος Μάξιμος εἶχε συλλάβει, σὲ γενικὲς γραμμές, τὸ
σχέδιο τοῦ δεύτερου μέρους τοῦ ἔργου του «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν τῶν
Ἁγίων Διονυσίου καὶ Γρηγορίου».
Ὁ P. Sherwood ἔδειξε ὅτι στὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν» ἔχομε τὴν πιὸ
ριζικὴ ἀντιστροφὴ τοῦ ὠριγενικοῦ μύθου γιὰ τὴν ἀρχικὴ ἑνότητα ὅλων τῶν
πνευμάτων (Λογικῶν ἑνὰς) μέσα στὸ Θεό, γιὰ τὴ διάσπαση αὐτῆς τῆς
ἑνότητας, γιὰ τὴν περικάλυψή τους μέσα στὰ σώματα σὰν τιμωρία καὶ γιὰ
τὴν ἐπιστροφή τους σ' αὐτὴ τὴν ἑνότητα ταυτόχρονα μὲ τὴν ἀπόθεση τῶν
σωμάτων.(15)
Συνάμα ὁ Sherwood ἔδειξε ὅτι μερικὰ κεφάλαια τοῦ «Κεφάλαια Σ' Περὶ
Θεολογίας καὶ τῆς Ἐνσάρκου Οἰκονομίας τοῦ Υἱοῦ Θεοῦ» (δύο ἑκατοντάδες
γνωστικῶν κεφαλαίων), γιὰ τὰ ὁποῖα ὁ Urs von Balthasar ἔλεγε ὅτι ἦταν
ἐπηρεασμένα ἀπὸ τὸν Ὤριγένη,(16) περιέχουν μιὰν ἀναίρεση τοῦ ὠριγενισμοῦ, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι περίληψη τῆς ἀναίρεσης ποὺ ἔγινε στὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν».(17)
Ἐν τούτοις, τὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν», δὲ δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶχε
σὰν μόνο σκοπὸ τὴν ἀναίρεση τοῦ ὠριγενισμοῦ. Ἡ ἐπιδίωξη τοῦ ἁγίου
Μαξίμου ἦταν νὰ δημιουργήση μὲ τὸ ἔργο αὐτὸ ἕνα θετικὸ θεμέλιο τῆς
πνευματικῆς ζωῆς. Εἶχε κάνει, μέσα στὰ ἔργα του τῆς πρώτης περιόδου,
μιὰν ὀρθόδοξη ἔκθεση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, διορθώνοντας τὸν Εὐάγριο.
Ἀλλά, μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, εἶδε πὼς ἦταν ἀπαραίτητο νὰ θεμελιώση πιὸ
θεολογικὰ τὴν πνευματικὴ ζωή, μὲ τὸ ὀρθόδοξο νόημα τοῦ ὅρου, μαζὶ μὲ τὴν
ἀναίρεση τῶν ὠριγενικῶν φιλοσοφικῶν προϋποθέσεων, ποὺ βρίσκονται στὴ
βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως τὴν παρουσιάζει ὁ Εὐάγριος.
Ἐπιδιώκοντας νὰ θεμελιώση θεολογικὰ τὴν ἀληθινὴ πνευματικὴ ζωή, ὁ ἅγιος
Μάξιμος θὰ προσαρμόση στὸ ὀρθόδοξο νόημα τὴ διδασκαλία τοῦ Ὠριγένη γιὰ
τὸ Λόγο καὶ τοὺς λόγους.(18)
Στὰ «Κεφάλαια Περὶ Ἀγάπης», ὁ ἅγιος Μάξιμος εἶχε ἐκθέσει ἐμπειρικὰ τὴν
πάλη μὲ τὰ ἐγωιστικὰ πάθη καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν, ποὺ
κορυφώνονται στὴν ἀγάπη. Στὸ «Περὶ Διαφόρων Ἀποριῶν» παρουσιάζει τὶς
ἀρετὲς σὰν χαρακτηριστικὰ τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ἀποκαταστημένου μέσα στὸν
αὐθεντικὸ «λόγο» του, καὶ ὅλη τὴν πνευματικὴ ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ
τὶς ἀρετὲς σὰν μία ἀνύψωση, ποὺ κατευθύνεται, ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρά, ἀπὸ τὸν
προσωπικὸ θεῖο Λόγο, σὲ μιὰν ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἐξομοίωση τοῦ ἀνθρώπου
μ' Αὐτόν, καὶ ὑποστηρίζεται, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἀπὸ τὶς προσπάθειες τοῦ
ἀνθρώπου, ὡδηγημένες καὶ ἐμψυχωμένες ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο λόγο του, ποὺ
προσελκύεται ἀπὸ τὸ θεῖο Λόγο. Μ' αὐτὴ τὴν πρόβαση, ὁ ἀνθρώπινος λόγος
ὑψώνεται πρὸς τὸν ὑπέρτατο Λόγο καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καλοῦνται νὰ κάνουν
τὸ ἴδιο, ὁδηγῶντας ταυτόχρονα καὶ τοὺς λόγους ὅλων τῶν δημιουργημάτων
πρὸς τὸν ὑπέρτατο Λόγο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔχουν προέλθει. Βλέπομε πὼς ὁ
ἅγιος Μάξιμος γνωρίζει δύο ἔννοιες τοῦ λόγου: α) τὸν ὀντολογικὸ λόγο,
ποὺ ἐκφράζει ὁλόκληρη τὴν ὀργάνωση ἢ τὴν ἒννοια μιᾶς πραγματικότητας,
καὶ ποὺ προσιδιάζει σὲ κάθε ὄν, ἐπειδὴ εἶναι μιὰ ἐσωτερικὴ ἀρχὴ ποὺ
δημιουργεῖ, ὀργανώνει, συντηρεῖ καὶ προάγει τὸ κάθε ὂν• β) ἕνα λόγο ποὺ
λειτουργεῖ σύμφωνα μ' αὐτὴ τὴν ὀντολογικὴ ἀρχὴ καὶ ποὺ προσιδιάζει στὰ
ἐνσυνείδητα ὄντα μονάχα.