Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Η θεραπεία του δαιμονισμένου (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς) (Ματθ. η’ 28-34, θ’ 1)

 Οι άνθρωποι είναι άδικοι με το Θεό, γι’ αυτό και εξοργίζονται μαζί Του. Ποιός έχει το δικαίωμα όμως να εξοργιστεί εναντίον οποιουδήποτε και μάλιστα εναντίον του Θεού;


Οι άθεοι κλείνουν το στόμα τους και σκέφτονται: «Ας μην αναφέρουμε το όνομα του Θεού, ώστε να εξαφανιστεί απ’ αυτόν τον κόσμο». Ανόητοι άνθρω­ποι! Τα στόματά σας είναι μια μικρή μειονότητα στο εύρος του κόσμου. Έχετε δει η ακούσει πώς δίνει φωνή στο ποτάμι ένα φράγμα; Αν δεν ήταν το φράγμα, το ποτάμι δε θ’ ακουγόταν, θα ήταν μουγγό. Το φράγμα όμως άνοιξε το λαρύγγι του και κάθε μικρή σταγόνα απέκτησε γλώσσα.


Το δικό σας φράγμα θα κάνει το ίδιο: θ’ ανοίξει το λαρύγγι των άλαλων και θα διδάξει τους βωβούς να μιλήσουν. Αν τα χείλη σας πάψουν να ομολογούν το όνομα του Θεού, η καρδιά σας θα γεμίσει με φόβο όταν ακούσετε να τον ομολογούν οι άσοφοι και οι βουβοί. Αλήθεια σας λέω: Αν εσείς σιωπήσετε, οι λίθοι κεκράξονται. Ακόμα κι αν δε μιλήσει κανένας άνθρω­πος στη γη, θ’ αποκτήσει φωνή το χορτάρι. Ακόμα κι αν αποκηρύξουν το όνομα του Θεού όλοι οι άνθρωποι, αυτό θα γραφτεί στο ουράνιο τόξο, στον ουρανό, θα χαραχτεί με φωτιά σε κάθε χόρτο, σε κάθε κόκκο άμμου. Τότε η άμμος θα μετατραπεί σε άνθρωπο κι ο άνθρωπος σε άμμο.

 

Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ Από το βιβλίο του Εισοδικόν, εκδ. Ι. Μονής Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1978.

 

7. «Oι τα χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες»

Εικονίζομε τα χερουβείμ, δηλαδή ταυτιζόμαστε μ'αύτά· είμαστε «μυστικώς», δηλαδή εσωτερικά, λειτουργικά, άρα αληθινά χερουβείμ.

Η εικόνα του Θεού που βρίσκεται στη βάση της φύσεως του ανθρώπου τον ανεβάζει στην κατά χάριν θέωση. Ο Υιός του Θεού, που είναι η τέλεια Εικόνα του Πατρός, είναι ομοούσιος μ' Αυτόν.

Η εικόνα για την ορθοδοξία είναι ασύγχυτη ταύτιση. Ο «εικονισμός» και το «εικονίζω» αναφέρονται στην πιο βαθειά σχέση των προσώπων και των πραγμάτων· και στο μεγαλύτερο σεβασμό των ιδιαιτέρων προσωπικών  ιδιοτήτων.

«και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον  πτοσάδοντες»: Προσάδομε τον  τρισάγιο Ύμνο ιερουργούντες το μυστήριο. Και η ιερουργία μόνη αναδίδει τον

ύμνο. Ο ύμνος ο τρισάγιος είναι λόγος εκ της σιγής της πράξεως προελθών, γι' αυτό είναι επινίκιος, ασίγητος  και  ανάκουστος.

«Πάσαν την βιοτικήν  αποθώμεθα μέριμναν»: Αποτίθεται κάθε  μέριμνα. Απωθείται, εγκαταλείπεται, «ως τον Βασιλέα των όλων  υποδεξόμενοι». Και επειδή ο Βασιλεύς αυτός είναι (το καταλαβαίνομε μετά από  πολλή πείρα) ο πάντοτε ερχόμενος, είναι πάντοτε απωθημένη η μέριμνα. Είναι παντού απλωμένη η Θεία Λειτουργία. Είναι όλη μας η ζωή λειτουργημένη, κεκλημένη στους γάμους του Αρνίου: η «μέριμνα ή αμέριμνος», η ψυχή και το σώμα, η ζωή και η τελευτή μας, ο νυν και ο μέλλων αιών.

Με το να διώξης τη μέριμνα κάνεις τη δουλειά (όλες τις δουλειές) άνετα· τις κάνει ο Θεός ο ίδιος. Απωθούμε  τη  μέριμνα, καί υποδεχόμαστε το Βασιλέα των όλων.

Ή το ένα θα κάνωμε ή το άλλο. Η μέριμνα είναι σύγχυση, Βαβέλ· είναι πύρινος Μολώχ πού κατακαίει τον άνθρωπο σώματι και πνεύματι. Ο Βασιλεύς των όλων είναι ο πάντοτε ερχόμενος και  αναγεννών. Η συνάντησή του μέσα στον τρισάγιο ύμνο και τον εικονισμό των χερουβείμ, ήδη φέρνει τον άνθρωπο στην εσχατολογική ελευθερία, και του χαρίζει τα πάντα ξένως και αναφαιρέτως.

Τα στοιχεία του κόσμου ροιζηδόν παρέρχονται (Β' Πετρ. 3,10). Και τα πάντα ενδύονται το φως και την ύπαρξη ως ιμάτιον. Υπάρχουν, ουσιούνται. Εικονίζοντες τα χερουβείμ μέσα στην ιερουργική  υμνωδία του τρισαγίου ύμνου  αναγόμεθα (είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος  ουκ οίδαμεν, ο Θεός οίδεν) εις τον ουρανόν και προσάδομεν μετα των μακαρίων Δυνάμεων τον επινίκιον ύμνον. Όντας εκεί - πάνω από χώρο και χρόνο - μπαίνομε στην εσχατολογία. Αρχίζει η υποδοχή του Κυρίου «ταις αγγελικαις αοράτως  δορυφορουμένου         τάξεσιν.» Έτσι ο λειτουργημένος, ο αναληφθείς («εις τον  ουρανόν  ανήγαγε»)  αποκτά νέες αισθήσεις. Βλέπει την ιστορία όχι αόο την απατηλή πλευρά, που είναι το κτιστό και παρερχόμενο, αλλά από την αληθινή, αιώνια, και  φωτεινή  πλευρά, που είναι ο μέλλων αίών. Και τότε χαίρεται και τούτο τον κόσμο, γιατί ζη ο πιστός τη σχέση που τούτος έχει με εκείνον τον αιώνιο και ακατάλυτο.  Έχει μια τριαδικη οργάνωση και αρμονία. η κτίση ολοκληρη. Στα σπλάχνα της άδεται ο τρισάγιος ύμνος από την «κοινωνία των Αγίων», την Εκκλησία.

Και ο τρισάγιος ύμνος αδόμενος ιερουργικά μέσα στη  Θεία Λειτουργία νικά το θόρυβο και κάνει τα πάντα να λειτουργούν, να συνάδουν εν απολύτω σιγή και καταπαύσει, τη του μέλλοντος αιώνος.  Πράγμα που δείχνει ότι ήδη έχομε δεχθή τον αρραβώνα της μελλούσης ζωής και Βασιλείας.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ 

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

Κήρυγμα ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ . «Εξελθόντι τω Ιησού…υπήντησεν αυτώ ανήρ τις, ος είχε δαιμόνια…» (Λουκ. 8, 28)

 

α. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Εκκλησία μας θέτει ως ανάγνωσμα το περιστατικό της θεραπείας του  δαιμονισμένου (ή των δύο δαιμονισμένων κατά τον ευαγγελιστή Ματθαίο) της περιοχής των Γερσεσηνών ή Γαδαρηνών. Και τούτο διότι θέλει να μας τονίσει ότι ο Κύριος ήλθε στον κόσμο ως  ελευθερωτής των ανθρώπων όχι μόνον από την ασθένεια και τον πόνο, όχι μόνον από την αμαρτία και το αποτέλεσμα αυτού τον θάνατο, αλλά και από τον ίδιο τον αρχέκακο διάβολο, τον απαρχής «ανθρωποκτόνον».
 Ο Κύριος ήλθε, κατά τον λόγο της Γραφής, «ίνα λύση τα έργα του διαβόλου». Αυτό που αποτελούσε στοιχείο του τέλους του κόσμου, κατά την Παλαιά Διαθήκη: η παντελής αποδυνάμωση των πονηρών δυνάμεων, γίνεται με τον Κύριο παρούσα πραγματικότητα, δείγμα βεβαίως ότι τα έσχατα ήδη εισήλθαν από Εκείνον μέσα στον κόσμο τούτο. Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα λοιπόν με τρόπο ανάγλυφο μας δείχνει την εξουσία του Κυρίου, ο Οποίος συναντώμενος με τα δαιμόνια στο πρόσωπο ενός ταλαίπωρου ανθρώπου, εκδιώκει αυτά, προσφέροντας στην κοινωνία τον θεραπευμένο άνθρωπο ως πραγματικό άνθρωπο.

β. 1. Ως εκ περισσού καταρχάς, ας υπενθυμίσουμε ότι τα δαιμόνια δεν αποτελούν αποκύημα της φαντασίας κάποιων ανθρώπων, ευρισκομένων σε νηπιακό επίπεδο ζωής, όπως αρέσκονται άθεοι άνθρωποι να λένε, ή μυθοποιημένο προσωποποιημένο περίβλημα απλώς της ύπαρξης του κακού, κατά την αποχριστιανοποιημένη τοποθέτηση ετεροδόξων «χριστιανών». Τέτοιες θέσεις, θα έλεγε κανείς, εκφράζονται από εκείνους που έχουν πέσει θύματα των τεχνασμάτων του Πονηρού, ο οποίος το πρώτο που επιχειρεί να κάνει, είναι να πείσει τους ανθρώπους ότι δεν υπάρχει. 

Σαν τους ευφυείς εχθρούς μίας χώρας, οι οποίοι κρύβονται με τέτοιον τρόπο, παραλλάσσοντας τη θέση τους, ώστε να πείσουν τους αντιπάλους τους ότι δεν υπάρχουν. 

Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ Από το βιβλίο του Εισοδικόν, εκδ. Ι. Μονής Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1978.

 

6. Λειτουργικόν  εύρος

Η Θεία Λειτουργία δεν είναι μάζεμα ανθρώπων σ' ένα στενό πρόγραμμα, σχέδιο, αντίληψη, απασχόληση ή αποστολή. Λειτουργία είναι ελευθερία του ανθρώπου «η Χριστός ημάς ηλευθέρωσεν» (Γαλ. 5,1 ). Γι' αυτό παρακαλούμε το θέλημα του Θεού να γίνη στη ζωή του καθενός. Το Χριστό να έχη ο καθένας συνοδοιπόρο, σύμπλοο, «συγκοιταζόμενον  και  συνανιστάμενον, καταγλυκαίνοντα τη ζωή του» (ευχή Μεγάλου Σχήματος).

Και αυτός  ο γλυκασμός της κοινωνίας της ζωής εν Χριστώ μας συγκεντρώνει, μας ενώνει εν υπερώω τόπω. Αποτελεί το χώρο και τον τρόπο και το σχέδιο της ζωής μας.

Ας πορεύεται ο καθένας ελεύθερα στο δρόμο της ζωής του.

Ας πλέη ο καθένας στο πέλαγος της περιπετείας του.

Αυτό που θέλει η Θεία Λειτουργία δεν είναι να  ανακόψη τα σχέδια, τις ελπίδες και τη ζωή μας, αλλά να τα επικυρώση, ενισχύση, ευλογήση. Και γι' αυτό παρακαλεί:
«Τοις πλέουσι σύμπλευσον,
Τοίς οδοιπορούσι συνόδευσον,
Τους νοσούντας  ίασαι ο ίατρος των ψυχών και των  σωμάτων  ημών».

Είμαστε μαζί με τους αδελφούς μας εν Χριστώ, όχι με το να είμαστε στριμωγμένοι κάπου, αλλά με το να χαιρώμαστε εν Χριστώ Ιησού τη ζωή μας, «εv παντί τόπω της δεσποτείας Αυτού».

*

Καταργούνται οι αποστάσεις: Ο ιερεύς μυστικώς παρακαλεί: «Βασιλεύ αόρατε...  έπιδε επί τους υποκεκλικότας Σοι τας εαυτών κεφαλάς... τοις πλέουσι σύμπλευσον, τοις οδοιπορούσι συνόδευσον, τους νοσούντας ίασαι ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών». Ο χώρος είναι η οικουμένη. Σαν να 'ναι μέσα στο ναό με σκυμμένο κεφάλι αυτοί που ποντοπορούν, οδοιπορούν, αλγούν.  Δεν μιλά για τους λίγους, τους παρόντες αισθητά, μα για όλους, τους απανταχού. «Τους κοσμικώς διεσπαρμένους ομοχώρους ποιεί» το μυστήριο της Θείας Λειτουργίας.

Έτσι, όταν ο ιερεύς δέεται υπέρ των «μετά πίστεως ευλαβείας και φόβου Θεού εισιόντων εν τω αγίω οίκω τούτω» είναι σαν να προσεύχεται «υπέρ της οικουμένης, υπέρ πάσης πόλεως και χώρας και των πίστει οικούντων εν αυταίς». «Ότι... του  αισθητού κόσμου εστίν  εικών η αγία του Θεού Εκκλησία... ως ουρανόν μεν το θείον ιερατείον έχουσα, γην δε την ευπρέπειαν του ναού κεκτημένη» (αγίου Μαξίμου, Μυσταγωγία  P.G. 91,672 Α).

*

Η Λειτουργία από την αρχή με τη δοξολογία της Βασιλείας της τρισυποστάτου θεότητος,  με την αίτηση υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, ανοίγει τους ορίζοντες και τα ενδιαφέροντα του πιστού.

Μόνον έτσι, φροντίζοντας ο πιστός για όλα, για τα μεγάλα, τα παγκόσμια, τα καθολικά, λατρεύοντας Αυτόν που εκ του μη όντος μας δημιούργησε και ενθυμούμενος τη δευτέρα παρουσία Του, τακτοποιεί τα θέματά  του, τα συγκεκριμένα, τα προσωπικά, τα μικρά, τα εν χρόνω και τόπω. Ο κάθε άνθρωπος έχει τέτοια καταγωγή και προορισμό, που δεν μπορεί αλλού να βρή τον εαυτό του και τη σωτηρία του παρά μέσα στην ειρήνη

του σύμπαντος κόσμου και τη σωτηρία των ψυχών όλων των αδελφών του, για τα οποία παρακαλεί η Θεία Λειτουργία. Και συγχρόνως δεν μπορεί να κάνη  κανείς  κάτι σωστό, να πη κάτι αληθινό για τα μεγάλα και καθολικά προβλήματα και αιτήματα του σύμπαντος κόσμου, δεν μπορεί να αγαπήση, αν δεν έχη τακτοποιήσει τον εαυτό του, αν δεν έχη βαπτισθή, λειτουργηθή και ισορροπήσει προσωπικά με την επώδυνη μετάνοια.

  ΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Στ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄, 26-39) Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας Περὶ τοῦ Λεγεώνος, κεφάλαιον Η΄

 

«Καὶ ἔφτασαν μὲ τὸ πλοῖο στὴν περιοχὴ τῶν Γαδαρηνῶν, ποὺ εἶναι ἀπέναντι στὴ Γαλιλαία. Βγῆκε στὴ στεριὰ ὁ Ἰησοῦς καὶ τὸν συνάντησε κάποιος ἀπὸ τὴν πόλη, ποὺ εἶχε δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ροῦχα δὲν ἔβαζε οὔτε ἔμενε στὸ σπίτι ἀλλὰ στὰ μνήματα. Ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ ἔβγαλε κραυγὴ καὶ πέφτοντας στὰ πόδια του τοῦ εἶπε σὲ ψηλὸ τόνο· Τί ἔχεις μαζί μου Ἰησοῦ, Γιὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἀνωτάτου; Μὴ μὲ βασανίσης σὲ παρακαλῶ».  Γιατὶ εἶχε διατάξει τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ βγῆ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχε κυριέψει καὶ τὸν ἔδεναν μ’ ἁλυσίδες καὶ τὸν κρατοῦσαν μὲ χειροπέδες, ἔσπαζε ὅμως αὐτὸς τὰ δεσμὰ καὶ τὸν ἔσερνε ὁ δαίμονας στὶς ἐρημιές.
«Τὸν ρώτησε ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε· ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου; Κι αὐτὸς ἀπάντησε· Λεγεῶνα», ἐπειδὴ εἶχαν μπῆ μέσα του πολλὰ δαιμόνια καὶ παρακαλοῦσε νὰ μὴ διατάξη νὰ φύγουν στὴν ἄβυσσο. «Ἦταν ἐκεῖ ἕνα κοπάδι ἀπὸ ἀρκετοὺς χοίρους, ποὺ ἔβοσκαν στὸ βουνὸ καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ἐπιτρέψη νὰ μποῦν σ’ ἐκείνους. Ὁ Χριστὸς τοὺς ἐπέτρεψε. Ὥρμησε τότε τὸ κοπάδι στὸν κρημνὸ καὶ πνίγηκαν μέσα στὴν λίμνη». Δῆτε τὸ δαίμονα νὰ χωρίζεται σὲ δὺο ἐκδηλώσεις τῆς κακίας·  τὴ θρασύτητα καὶ τὸ φόβο. Ἡ ἐρώτηση «τί ἔχεις μαζί μου;» χαρακτηρίζει τὸ θρασὺ καὶ ἀδιάντροπο νοῦ. Κι ἡ ἔκφραση «σὲ παρακαλῶ», μαρτυρεῖ τὸ φοβισμένο.  Κατοικοῦσε στὰ μνήματα, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ σταλάζη στὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἁμαρτωλὴ γνώμη, ὅτι οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν γίνονται δαίμονες. Ζητοῦν οἱ δαίμονες νὰ μὴν πᾶνε στὴν ἄβυσσο ἀλλὰ νὰ τοὺς γίνη ἡ παραχώρηση νὰ μείνουν ἀκόμα στὴ γῆ. Κι ὁ Κύριος τοὺς ἀφήνει νὰ μείνουν στὴ γῆ, γιὰ νὰ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους πιὸ δόκιμους, παλεύοντας μαζί τους. Γιατὶ ἄν δὲν ὑπῆρχαν ἀντίπαλοι, δὲ θὰ ὑπῆρχαν ἀγῶνες κι ἄν δὲν ὑπῆρχαν ἀγῶνες, δὲ θὰ ὑπῆρχαν μήτε στεφάνια. Καὶ πιὸ μεταφορικά. Ὅποιος ἔχει μέσα του δαίμονες, παναπῆ πράξεις δαιμονικές, δὲ φοράει ροῦχο, δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴ στολὴ ποὺ δίνει τὸ βάπτισμα καὶ δὲ μένει στὸ σπίτι, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι ἄξιος νὰ μπῆ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ στὰ μνήματα, ποὺ θὰ πῆ στὰ δοχεῖα τῶν νεκρῶν ἔργων, ὅπως τὰ πορνεῖα καὶ τὰ τελωνεῖα. Αὐτὰ εἶναι τῆς κακίας τὰ μνήματα.

Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ Από το βιβλίο του Εισοδικόν, εκδ. Ι. Μονής Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1978.

 5. «Ίνα ζωήν έχωσι»

(Ιωάν. 10,10)  

Η Λειτουργία της  Αγίας Τραπέζης φτιάχνει, ρυθμίζει και αποτελεί τα πάντα εν πάσι.Το θαυμαστό και μεγάλο είναι ότι το λειτουργικό πνεύμα ενσαρκώνεται στη ζωή μας. Η λειτουργία της θυσίας του Χριστού που ιερουργείται πάνω στην Άγια Τράπεζα αποτελεί την  καρδιά της ζωής και της αυτοσυνειδησίας μας. Αυτή θερμαίνει και συγκροτεί τη ζωή μας. Συνέχει το πρόσωπο του καθ' ενός και τη λειτουργική μας κοινότητα.

Συνθέτει και συγκρατεί τα πάντα εντός μας και γύρω μας. Ενσαρκώνει και φέρνει κοντά και μέσα μας, ενσυνείδητα και απτά, τα αόρατα και άκτιστα. Μεταμορφώνει και αγιάζει τα ορατά και ασήμαντα. Ζούμε την ασύγχυτη περιχώρηση του άκτιστου και κτιστού. Της ζωής και του θανάτου. Της κινήσεως και της στάσεως. Του μυστηρίου και της λογικής. Του θαύματος και του νόμου.

Της ελευθερίας και της φύσεως.

Τα αόρατα αοράτως ορώνται. Τα ανείπωτα αρρήτως εκφράζονται. Τα απρόσιτα, τα πέραν και επέκεινα, σκηνώνουν εν ημίν. Και μεις είμαστε κάτι  ελάχιστο  (ανύπαρκτο) που χωρεί κάτι το απεριόριστο και ανέφικτο. Και  όσο  προχωρεί κανείς  εκούσια στη σμίκρυνση και  εξαφάνιση της μικρότητος, τόσο και η απρόσιτη δόξα λάμπει, ουσιοποιεί και εξάγει από το μη ον στο φως ατέλειωτες νέες δημιουργίες και χαρές.

Δεν ξέρει στο τέλος κανείς αν τα αόρατα είναι πιο αισθητά από τα κτιστά ή αν τα δεύτερα πιο άγια από τα πρώτα. Τα πάντα υπάρχουν και αξίζουν γιατί το Πνεύμα το Άγιο τά καταλάμπει.

Και η ζωή μας όλη έχει μόνo τότε νόημα  όταν καταλάμπεται από το φως της τριαδικής αγάπης και χάριτος. Σώζει την ελευθερία της, όταν έχη παραδοθή στην τριαδική ιερουργία. Δεν αποσυντίθεται στον ανήλιο χώρο του μικρού, όταν διαστέλλεται από το τάνυσμα στο σταυρό της θυσίας που αποκαλύπτει η Άγια Τράπεζα. Η ζωή τότε μας παρηγορεί, όταν βασανίζεται από  το πνεύμα της ελευθερίας που όπου θέλει πνεί. Υπάρχομε διαστελλόμενοι ακατάπαυστα από την αιώνιο ζωή, όταν παραδώσωμε τα όπλα της δειλίας μας (δηλ. του ιδίου θελήματος) και αφήσωμε στη βουλή του ενσαρκωθέντος Θεού την τύχη μας ολόκληρη, «την ζωήν ημών άπασαν και την ελπίδα».

Η ζωή που δεν έχει τις άπειρες, τις απεριόριστες διαστάσεις του θανάτου, είναι νέκρα καί θάνατο. Γι' αυτό η ζωή  που είναι κραταιά ως o θάνατος έχει σαν πύλη της το θάνατο του κάθε φθαρτού· την απώλεια της ίδιας της ψυχής μας, για να τη βρούμε σε χώρο ανοιχτο και απέραντο· απελεύθερο  από κάθε  στένωση  και  άγχος.  Γι' αυτό έχοντας σύντροφο, σύζυγο το θάνατο, συνουσιούμεθα με τη ζωή.

Όποιος δεν έχει τα πάντα, δεν έχει τίποτε. Γιατί και το ένα, το ελάχιστο να πης ότι εχεις αληθινά, τούτο σημαίνει πως τα έχεις όλα. Γιατί εν τη χάριτι τη αγία,  (εν τη οποία υπάρχουν και παίρνουν νόημα τα πάντα) τα πάντα συνυπάρχουν, αντικατοπτρίζονται και ανακεφαλαιώνονται εν ενί εκάστω. Αλλά ποτέ δεν αποκτάς τα πάντα (δηλαδή ένα πράγμα αληθινά), αν δεν θυσιάσης τα πάντα γι' Αύτον.

Βάλε τα πάντα να δοκιμαστούν μέσα στο πυρ της Θείας Λειτουργίας. Ό,τι μείνει θα τα έχη όλα δυναμικά, με τρόπο ασύλληπτο από τη φθορά: «Παντί τω έχοντι δοθήσεται· από δε του μη έχοντος και ο έχει αρθήσεται άπ' αυτού» (Λουκ. 19,26).

Πνεύματι Αγίω και πυρί βαπτίζει η Θεία Λειτουργία τον άνθρωπο, τη φύση, το χρόνο. Και βγαίνουν οι Άγιοι, ο παράδεισος, η αιωνιότης.

Γυμνά δοκιμάζονται μέσα στο πυράκτωμα της παρατεταμένης Πεντηκοστής και δροσίζονται αψευδώς. Ένα μας ενδιαφέρει: Αυτός να κάμη ό,τι θέλει.  Να γίνη το θέλημά Του. Και αυτό είναι ατελεύτητος Παράδεισος για τον άνθρωπο.

*

Δεν θέλω, δεν επιθυμώ να ζήσω πολύ. Θέλω να ζήσω  με  Σένα. Το πολύ, το  ζωντανό και ατέλειωτο είσαι Εσύ.

Έλα και κάμε το θέλημά Σου σέ μένα.

Έλα όπως θέλεις και όταν κρίνης.

Έλα σαν αύρα, σαν ευλογία, αν το νομίζης σωστό.

Έλα σαν κεραυνός δοκιμασίας και κατάσκαψέ μου το είναι, αν νομίζης ότι έτσι πρέπει.

Ξέρω ότι αυτό που θα ακολουθήση την επίσκεψή Σου, μ' οποιοδήποτε τρόπο κι αν έλθης, θα είναι  αυτό το βαθύτατο που επιθυμώ και δεν μπορώ να το εκφράσω, και δεν μπορώ να το βρώ πουθενά, έξω από Σένα.  Γι' αυτό Εσένα ζητώ και περιμένω.
Έχω απογοητευθή από τον εαυτό μου. Μόνο Εσύ μένεις. Και έρχομαι προς Σε τον ιατρό, το φωτισμό και τον  αγιασμό των ψυχών και των σωμάτων. Έρχομαι άρρωστος,  όπως είμαι, και εγκαταλείπω σε Σένα τη ζωή μου άπασα και την ελπίδα.

 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ Από το βιβλίο του Εισοδικόν, εκδ. Ι. Μονής Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1978.

 

4. Η Θεία Λειτουργία αποκάλυψη της καινής κτίσεως

Τίποτε το στατικό  δεν υπάρχει στη  Θεία Λειτουργία,  τίποτε το μεμονωμένο.  Τα πάντα ζουν κινούνται αρμονισμένα μέσα στο όλον. Όλα παίρνουν νόημα.  Όλα  συγκεντρώνονται. Όλα γνωρίζονται. Αποκαλύπτεται η φύση και ο λόγος της υπάρξεώς τους μέσα στη «λογική λατρεία», τη Λειτουργία του Λόγου «δι' ου τα  πάντα εγένετο». Και ενώ μιλούμε για όλα, τα βλέπουμε όλα. Τα  πάντα  γίνονται  οικεία,  τίποτε δεν είναι ξένο, ουσιαστικά πρόκειται  περί ενός: Είναι η  ευλογημένη  Βασιλεία του  Πατρός  και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος που προσδέχεται και αγιάζει τη δημιουργία. Είναι η άκτιστη χάρη της Αγίας Τριάδος που καινίζει την κτίση.

Με τη δοξολογική  εκφώνηση της τρισαγίου Βασιλείας αρχίζει η Θεία Λειτουργία. Στη συνέχεια μόνον αυτή ζητούμε: «Ελθέτω η χάρις, παρελθέτω ο κόσμος» (Διδαχή Αποστόλων). Σ' αυτήν προσφέρονται οι πιστοί κατά πάντα  και  διά πάντα.

Και γίνεται η Θεία Λειτουργία ο θεολογικός τόπος όπου τα πάντα συναντιώνται. Έξω άπό τη θέρμη της τα πάντα είναι αγνώριστα, παγερά και μεμονωμένα. Εδώ μέσα βρισκόμενα περιχωρούνται, διακονούν λειτουργικά.

Η ενότης της πίστεως παρουσιάζεται με το πώς  το  κάθε  τι  ζωογονείται,  μεταμορφώνεται, αφθαρτίζεται από την  άκτιστη τριαδική  χάρη. Έτσι  αναδεικνύεται η βασική  ενότης αρχικής καταγωγής,  σημερινής οργανώσεως,  καί  εσχατολογικής  εντελεχείας των  πάντων, που είναι  o Θεός, ως αιτία και τέλος πάντων. «Σοι ενί πάντα μένει· σοι δ' αθρόα πάντα θοάζει. Και πάντων τέλος έσσί» ( Γρηγόριος Θεολόγος, Ρ.G. 37,508).

Και διαβεβαιώνει η πείρα της λειτουργικής ζωής: «Είδομεν το φως το αληθινόν (αντανακλώμενον απ' όλο το μεταμορφωμένο κόσμο),  ελάβομεν  Πνεύμα  επουράνιον».

Ο κατά φύσιν κόσμος μέσα στον οποίο ζή ο άνθρωπος, ως θεανθρώπινη πραγματικότης, είναι ο λειτουργικός. Δεν ειναι ούτε η ιστορια σαν χρόνος ούτε η δημιουργία σαν χώρος, ούτε η λογική του πεπτωκότος ανθρώπου, ούτε η τέχνη του παραπαίοντος ατόμου. Μέσα στη Λειτουργια όλα υπάρχουν αλλοιωμένα  την  καλήν αλλοίωση· δοκιμασμένα (συντετριμμένα και ανορθωμένα), σταυροαναστάσιμα.

Όλος ο κόσμος της Εκκλησίας, η καινή κτίση, είναι θεανθρωπία. Ατρέπτως,  αναλλοιώτως  και ασυγχύτως ενώνεται ο κτιστός κόσμος  με την άκτιστη χάρη, και δεν καταργείται, δεν κατακαίεται, αλλά  μεταμορφώνεται  και  αφθαρτοποιείται: «Όλος γάρ ο νοητός κόσμος όλω τω αισθητώ μυστικώς τοις συμβολικοίς είδεσι τυπούμενος φαίνεται τοις οράν δυναμένοις· και όλος όλω τω

νοητώ ο αισθητός γνωστικώς κατά νουν τοις λόγοις απλούμενος ενυπάρχων εστίν» (άγιος Μάξιμος, P.G. 91, 669 C).

Όταν ο θεατής της Αποκαλύψεως γράφη: «Εγώ Ιωάννης ο και αδελφός υμών... εγενόμην εν Πνεύματι εν τη Κυριακή ημέρα... και είδον ουρανόν καινόν και γην καινήν», είναι σαν να μας λέη: Εγώ ο αδελφός υμών Ιωάννης Λειτουργήθηκα. Η Λειτουργία μας φέρνει στο ανοιχτό παράθυρο της αποκαλύψεως, της αφθαρσίας. Μας δίδει τη δυνατότητα να αναπνεύσωμε καθαρό αέρα που ζωογονεί τα σπλάγχνα μας. Μέσα στη Θεία Λειτουργία έχομε αυτό το γεγονός και την

εμπειρία. Τα πάντα γίνονται καινά με τη χάρη και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι ο ήλιος που φωτίζει τη γή, ούτε η φαντασία που ανοίγει τον ουρανό - «ουρανός και γη παρελεύσονται» (Ματθ. 24, 35) - αλλά η παρουσία του Θεού που καινίζει, αφθαρτίζει, ενοποιεί γη και ουρανό. «Και η πόλις ου χρείαν έχει του ηλίου... » (Αποκ. 21, 23).Τη λειτουργική πραγματικότητα δεν την καταυγάζει φωτισμός που πρόκειται να παρέλθη, «ουδέν γάρ φαινόμενον αγαθόν».

Η αόρατη παρουσία του Κυρίου φωτίζει και αποκαλύπτει τα πάντα.

 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ Από το βιβλίο του Εισοδικόν, εκδ. Ι. Μονής Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1978.

 3. «Tα του βίου λειτουργήσαντες»
(Τριώδιον, Εσπερινός Σαββάτου των ψυχών)  

 

Η προσφορά στο  Θεό καθενός  πράγματος κατά πάντα καί διά πάντα μέσα στη λειτουργική ατμόσφαιρα έχει σαν αποτέλεσμα τον  αγιασμό του, τη μεταστοιχείωσή του.

Η ζωή και η θέληση που προσφέρεται στο Θεό  καθαγιάζεται  άμεσα  καί  αναφαίρετα. H προσφορά του σχετικού και φθαρτού, με διάθεση ευγνωμοσύνης, φέρει την αύξηση του αγίου, του αιωνίου  και  πνευματικού. «Δος  αυτοίς  Κύριε αντί των φθαρτών τα άφθαρτα» (Λειτουργία Μεγ. Βασιλείου). Ετσι όλη η ζωή του πιστού με το να είναι προσφορά, γίνεται αύξηση πνευματική. Δεν καταβάλλεται, αλλά αναγεννάται, γιατί πριν τον καταβάλλει ο χρόνος, τα γεράματα, η αρρώστεια, αυτός τη δύναμη και τη ζωή του έδωσε στο Θεο και πήρε τη χάρη. Αγιάστηκε στην ψυχή και στο σώμα. Και δεν τον πιάνει τώρα ο χρόνος, τα

γεράματα, η αρρώστεια· η χαρά, η ζωή και η νιότη του ξεφεύγει από τα χέρια των εχθρών του και οδεύει «επί το αόριστον» της ελευθερίας του Πνεύματος.

Στο τέλος ο θάνατος και το σωματικό θάψιμο του πιστού στη γη είναι η τελευταία επίγεια πράξη καθολικής προσφοράς. Δεν αντιστέκεται μάταια στο θάνατο. Έμαθε οτι η προσφορά είναι αύξηση και ζωή. Τώρα σαν άρτος το σώμα του, ανενέργητο, προσφέρεται στηήν ανεξιχνίαστη θεία βουλή. Δεν θάπτεται σαν νεκρός νικημένος από την ασθένεια ή το χρόνο. Προσφέρεται πιο πολύ ως δώρο λειτουργικό που καθολικά δίδεται. Πέθανε εκούσια κατά τη θέληση, το φόβο, την κακία, πριν πεθάνει βιολογικά. Πέθανε κατά πάντα και διά πάντα, σε όσα αυτός διαφέντευε, για να μπη μέσα του, Νοικοκύρης  και Αφεντικό, ο Αιώνιος και Άφθαρτος.

Έτσι και την τελική θανή που έφτασε στο σώμα του, τη δέχτηκε σαν την επίσκεψη της πατρικής στοργής του Θεού με το σκοπό της ολοκληρωτικής καθάρσεως, αναστάσεως  και ελευθερίας.

Όχι μόνο τη θέλησή του, όχι μόνο τα σχέδιά του καί την ελπίδα του, μα κι αυτό το σώμα του προσφέρει τώρα ανενέργητο, νεκρό. Το προσφέρει ευχάριστα μέσα στην ευχαριστία -«ευχαριστούντες Θεώ» (Νεκρώσιμος ακολουθία) - για να ενεργήση και σ' αυτό η καθαγιαστική χάρη του Πνεύματος όπως θέλει.  Στη λειτουργική τούτη ώρα έχομε μια κατάδυση και μια ανάδυση. Θάπτεται σώμα σαρκικό και εγείρεται σώμα πνευματικό.

Ο θάνατος και η ταφή είναι ευχαριστιακή πράξη προσφοράς και καθαγιασμού.  Δεν  είναι στυγνό συμβάν, αλλά επίτευξη τελικής προσφοράς για την ανατολή ξένης ελπίδας και ζωής.

Κάθε μια Ευχαριστία καταγγέλλει το θάνατο του  Κυρίου. Κάθε  μια  Ευχαριστία  καταγγέλλει το  θάνατο  μας  καί τον  αρραβώνα της  αιωνίου ζωής. Και του πιστού ο θάνατος καταγγέλει την Ευχαριστία.

Όσο πιο πολύ είναι θάνατος ή ευχαριστιακή μετοχή, τόσο πιο πολύ κερδίζει μέσα μας χώρο και κράτος η ζωή. Όσο είναι θάνατος εκούσιος, τόσο νικάται ο θάνατος ο αναπόφευκτος που έρχεται. Όσο είναι πράξη ελευθερίας, τόσο μεταστοιχειώνει την αναγκη την έσχατη σ'ελευθερία αιώνια.

 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ