Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς θείας ἀποκαλύψεως Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης,

Στήν ἐποχὴ μας λησμονεῖται ἡ ἀνάσταση. Παραμερίζεται ἀκόμα καὶ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι καὶ οἱ ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἀνθρωπίνη ψυχὴ δέν τὴν ἀντιμετωπίζουν συνήθως ὡς ὀντολογικὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς βιολογικὴ λειτουργία του. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ζεῖ καὶ πεθαίνει χωρὶς καμία ἰδιαίτερη προοπτικὴ πέρα ἀπὸ τὴν βιολογικὴ ὕπαρξη καὶ τὴν βιογραφικὴ δραστηριότητά του. Μέσα στό πλαίσιο αὐτὸ δέν εἶναι δύσκολο νά κατανοηθεῖ καὶ ἡ διάχυτη ἀπαισιοδοξία του, ὅσο καὶ ἂν θέλει καὶ προσπαθεῖ νά ἀφήσει τὴν ἐλπίδα του νά πεθάνει τελευταία.

Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη καὶ μονιμότερη ἀπειλή γιά τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ δέν τὸν προσβάλλει μόνο ἄμεσα μὲ τὴν ἔλευσή του ἀλλὰ καὶ ἔμμεσα. Τὸν προσβάλλει σὲ κάθε φάση καὶ καμπὴ τῆς ζωῆς του. Μὲ κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε πόνο, μέσα ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ κάθε ἀποτυχία, πίσω ἀπὸ κλονισμὸ καὶ ἀδυναμία κρύβεται ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου.

Ἡ πίστη σὲ κάποια μορφὴ μεταθανάτιας ζωῆς μετρίαζε παλαιοτέρα κάπως τὸ μέγεθος τῆς ἀπειλῆς. Ὁ νεωτερικὸς ἄνθρωπος θέλησε νά περιορίσει ἤ ἀκόμα καὶ νά ἑξαφανίσει κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μὲ τὴν πίστη του στήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δέν ἄργησε νά φανεῖ τελείως οὐτοπικό. Ἔτσι στήν ἐποχὴ μας ὁ ἄνθρωπος φαίνεται νά εἶναι ἐκτεθειμένος στήν ἀπαισιοδοξία περισσότερο ἀπὸ κάθε προηγουμένη ἐποχή, παρὰ τὴν ἀσυλλήπτη πρόοδό του στήν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνολογία.

Λόγος εἰς τήν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἀνάστασιν Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου

  Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης ὁ τριήμερος ἀνέτειλε σήμερα κι᾽ ὁλόκληρη ἐφώτισε τήν πλάση. Ὁ τριήμερος καί προαιώνιος Χριστός, τό τσαμπί τοῦ σταφυλιοῦ, βλάστησε καί τόν κόσμο πλημμύρισε ἀπό χαρά. Τήν ἀβασίλευτην αὐγή ἄς δοῦμε. Πρίν ἔρθη ἡ αὐγή, ἄς τή δοῦμε σήμερα καί ἀπ᾽ τή φωτοπλημμύρα ἄς γεμίσουμε ἀπό χαρά. Τίς πόρτες τοῦ Ἅδη ἀνοίγει ὁ Χριστός καί οἱ νεκροί σηκώθηκαν σά νά κοιμοῦνταν. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός πού ἀνασταίνει τούς πεσμένους καί ἀνάστησε μαζί Του τόν Ἀδάμ.

 Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, Αὐτός πού ἀνασταίνει ὅλους καί ἐλευθέρωσε τήν Εὔα ἀπ᾽ τήν κατάρα. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός πού Αὐτός μόνος ἀνασταίνει καί χαροποίησε τόν ἀκατάστατο πρῶτα κόσμο, σέ ὅλα τό ρυθμό καί τήν τάξη ἐγκαθιστῶντας. Σηκώθηκε ὁ Κύριος, ὅπως αὐτός πού κοιμᾶται, καί τούς ἐχθρούς Του ὅλους τούς χτύπησε καί τούς ντρόπιασε. Ἀναστήθηκε κι᾽ εἶναι ἡ χαρά τό δῶρο Του σ᾽ ὅλη τήν χτίση. Ἀναστήθηκε κι᾽ ἄνοιξε τοῦ Ἅδη ἡ φυλακή. Ἀναστήθηκε καί τή φθορά τῆς φύσης σέ ἀφθαρσία τή μετάλλαξε. Ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, κι᾽ ἀποκατάστησε τόν Ἀδάμ στήν παλιά δόξα τῆς ἀθανασίας.

 

Κατήχηση ιδ´ Ἁγίου ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ἱεροσολύμων

 Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα, πάνω στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως «ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καί ἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς καί καθίσαντα ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός». Γίνεται καί ἀνάγνωση ἀπό τήν πρώτη ᾿Επιστολή πρός Κορινθίους: «Σᾶς ὑπενθυμίζω, ἀδελφοί, τό Εὐαγγέλιο πού σᾶς κήρυξα» (Α´ Κορ. 15, 1) κ.τ.λ. «῞Οτι ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μέ τίς Γραφές» (Α´ Κορ. 15, 4) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν στόν ἴδιο στίχο.

Α´ . Εἶναι καιρός νά εὐφρανθεῖς ῾Ιερουσαλήμ καί νά πανηγυρίσετε ὅλοι ὅσοι ἀγαπᾶτε τόν ᾿Ιησοῦ (῾Ησ. 66, 10), διότι ἀναστήθηκε! Χαρεῖτε ὅλοι, ὅσοι προηγουμένως εἴχατε πένθος ὅταν ἀκούσατε ὅσα παράνομα καί ἐγκληματικά τόλμησαν νά πράξουν οἱ ᾿Ιουδαῖοι. Διότι Αὐτός πού ἐκεῖνοι ἀτίμασαν ἀλαζονικά ἐδῶ δά, ἀναστήθηκε! Καί ὅπως τό νά ἀκούει κανείς γιά τή Σταύρωση εἶναι κάπως λυπηρό, ἔτσι ἡ καλή ἀγγελία τῆς ᾿Αναστάσεως ἄς εὐφραίνει τούς παρόντες. Τό πένθος ἄς γίνει εὐφροσύνη καί ὁ θρῆνος ἄς μεταστραφεῖ σέ χαρά. Καί ἄς γεμίσει τό στόμα μας χαρά καί ἀγαλλίαση, γιατί ᾿Εκεῖνος, μετά τήν ᾿Ανάστασή Του, μᾶς εἶπε.«Νά χαίρεσθε» (Ματθ. 28, 9). Διότι διεπίστωσα τή λύπη πού εἶχαν τίς προηγούμενες ἡμέρες ὅσοι ἀγαποῦν τόν ᾿Ιησοῦ. ᾿Επειδή ὅσα λέγονταν εἶχαν τέλος τό θάνατο καί τήν Ταφή καί δέν ἀκούστηκε ἡ καλή ἀγγελία τῆς ᾿Αναστάσεως, ἡ καρδιά τους περίμενε μέ ἱερή ἀγωνία νά ἀκούσει ἐκεῖνο πού ποθοῦσαν. ᾿Αναστήθηκε λοιπόν ὁ νεκρός, ὁ «ἐλεύθερος ἀνάμεσα στούς νεκρούς»¹ (πρβλ. Ψαλμ. 87, 5) καί ἐλευθερωτής τῶν νεκρῶν. ᾿Εκεῖνος πού μέ ὑπομονή δέχτηκε νά φορέσει τό ἀτιμωτικό ἀκάνθινο στεφάνι, Αὐτός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε, φόρεσε τό διάδημα τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου.

 

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

 1. «Θά σταματήσω εἰς τόν φυλάκιόν μου», λέγει ὁ θαυμάσιος Ἀββακούμ (Ἀββακ. 2, 1). Καί ἐγώ θά σταματήσω μαζί του σήμερα ἐπάνω εἰς τήν ἐξουσίαν καί τήν διορατικήν ἱκανότητα τήν ὁποίαν μοῦ ἔχει δώσει τό Πνεῦμα, καί θά κατοπτεύσω καί θά ἀναγνωρίσω ὅ,τι θά μοῦ φανερωθῇ καί ὅ,τι θά λεχθῇ πρός ἐμέ. Καί ἐσταμάτησα καί κατόπτευσα. Καί νά ἄνδρας ὁ ὁποῖος κάθεται ἐπάνω εἰς τά νέφη καί ὁ ὁποῖος εἶναι πανύψηλος. Ἡ ὄψις του εἶναι ὁμοία πρός τήν ὄψιν ἀγγέλου καί ἡ στολή του ὡσάν λάμψις ἀστραπῆς ἡ ὁποία σχίζει τόν οὐρανόν (πρβλ. Ναούμ 2, 5). Καί ἐσήκωσε τήν χεῖρα του πρός τήν ἀνατολήν καί ἐφώναξε μέ δυνατήν φωνήν (ἡ φωνή του ἦταν ὡσάν φωνή σάλπιγγος καί γύρω του ὑπῆρχε πλῆθος ἀπό μίαν οὐρανίαν στρατιάν) καί εἶπε:

«Σήμερα ἦλθεν ἡ σωτηρία εἰς τόν κόσμον, τόν ὁρατόν καί τόν ἀόρατον. Ὁ Χριστός ἀνεστήθη ἀπό τούς νεκρούς, ἀναστηθῆτε μαζί του. Ὁ Χριστός ἐπανῆλθεν εἰς τήν θέσιν του, ἐπανέλθετε καί σεῖς. Ὁ Χριστός ἠλευθερώθη ἀπό τά δεσμά τοῦ τάφου, ἐλευθερωθῆτε καί σεῖς ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Αἱ πύλαι τοῦ ἅδου ἀνοίγονται, ὁ θάνατος καταλύεται, ὁ παλαιός Ἀδάμ ἀπομακρύνεται καί ὁ νέος συμπληρώνεται. Ἐάν ὑπάρχῃ κάποια νέα δημιουργία εἰς τόν Χριστόν, ἀνανεωθῆτε καί σεῖς».

 Αὐτά ἔλεγεν αὐτός καί οἱ ἄλλοι ἀνυμνοῦσαν, ὅπως εἶχε γίνει καί προηγουμένως, ὅταν ἐφανερώθη εἰς ἡμᾶς ὁ Χριστός μέ τήν ἐπίγειον γέννησίν του, μέ τό «δόξα εἰς τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος βρίσκεται εἰς τούς οὐρανούς, καί εἰρήνη ἐπάνω εἰς τήν γῆν, συμφώνως πρός τήν ὑπόσχεσίν Του πρός τούς ἀνθρώπους» (Λουκ. 1, 14). Μαζί μέ αὐτούς λέγω καί ἐγώ τά ἴδια πρός σᾶς. Μακάρι δέ νά ἀποκτοῦσα καί φωνήν ἰσάξιαν πρός τήν φωνήν τῶν ἀγγέλων, ἡ ὁποία νά ἀντηχοῦσε ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς γῆς.

 

ΣΤΗ ΦΩΤΟΦΟΡΟ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης

 «Εὐλογητός ὁ Θεός» (Λουκ. 1, 68). Ἄς ἐπαινέσουμε σήμερα τόν Μονογενή Θεό τόν δημιουργό τῶν οὐρανίων, αὐτόν πού ἔσκυψε πάνω στίς μυστικές λαγόνες τῆς γῆς καί μέ τίς φωτοφόρες ἀκτίνες του φώτισε ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἄς ὑμνήσουμε σήμερα τήν ταφή τοῦ Μονογενοῦς, τήν ἀνάσταση τοῦ Νικητῆ, τή χαρά τοῦ κόσμου, τή ζωή τῶν λαῶν (Ἰω. 16, 20. Λουκ. 2, 10). Ἄς ὑμνήσουμε σήμερα αὐτόν πού φόρεσε τήν ἁμαρτία (Β´ Κορ 5, 21). Ἄς εὐφημήσουμε σήμερα τόν Θεό Λόγο, πού ντρόπιασε τή σοφία τοῦ κόσμου (Α´ Κορ. 1, 20), ἐπιβεβαίωσε τήν ἀναγγελία τῶν προφητῶν, συγκέντρωσε τήν ὁμάδα τῶν ἀποστόλων, διάδωσε τήν κλήση τῆς Ἐκκλησίας καί τή χάρη τοῦ Πνεύματος. Γιατί νά, ἐμεῖς πού κάποτε ἤμαστε ξένοι ἀπό τήν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ (Ἐφ. 2, 13.19), γνωρίσαμε τό Θεό καί ἐκπληρώθηκε ὅ,τι ἔχει γραφεῖ: «θά θυμηθοῦν καί θά στραφοῦν στόν Κύριο ὅλα τά πέρατα τῆς γῆς καί θά πέσουν νά τόν προσκυνήσουν ὅλες οἱ φυλές τῶν λαῶν» (Ψαλμ. 21, 28).

2. Τί θά θυμηθοῦν; Τήν παλαιά πτώση, τή νέα ἀνάσταση, τήν ἀρχαία παράβαση καί τήν κατοπινή διόρθωση, τό θάνατο τῆς Εὔας, τή γέννηση τῆς Παρθένου, τήν ἀποκατάσταση τῶν λαῶν, τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτωλῶν, τήν προαναγγελία τῶν προφητῶν, τό κήρυγμα τῶν ἀποστόλων, τήν ἀναγέννηση ἀπό τήν κολυμβήθρα (Ἰω. 5, 1-30), τήν ἐπανεγκατάσταση στόν Παράδεισο, τήν ἐπιστροφή τῶν οὐρανῶν, τόν δημιουργό πού ἀναστήθηκε, ἐκεῖνον πού ἀπέθεσε ὅσα δέν τοῦ ταίριαζαν, ἐκεῖνον πού μέ τή θεϊκή μεγαλοσύνη του ξαναέχυσε σάν μέταλλο τό φθαρτό σέ ἀφθαρσία. Καί ποιά ἀπέθεσε πού δέν τοῦ ταίριαζαν; Ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ Ἠσαΐας:«τόν εἴδαμε», λέει, «καί δέν εἶχε οὔτε εἶδος οὔτε κάλλος, ἀλλά τό πρόσωπό του ἦταν ἀτιμασμένο καί στεροῦσε ὡς πρός τήν ὡραιότητα ἀπό ὅλων τῶν ἀνθρώπων» (Ἠσ. 53, 2-3).

 

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΠΑΣΧΑ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

 1. Εἶναι κατάλληλη στιγμή σήμερα ν᾿ ἀναφωνήσουμε ὅλοι ἐμεῖς ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ μακάριος Δαυΐδ.«Ποιός μπορεῖ νά διηγηθεῖ τή δύναμη τοῦ Κυρίου, νά ἐξυμνήσει ὅλες τίς δόξες του;» (Ψαλμ. 105, 2). Νά λοιπόν ἔφθασε ἡ ποθητή γιά μᾶς καί σωτήρια ἑορτή, ἡ ἀναστάσιμη ἡμέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ προϋπόθεση τῆς εἰρήνης, ἡ ἀφορμή τῆς συμφιλίωσης, ἡ ἐξαφάνιση τῶν πολέμων, ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου, ἡ ἥττα τοῦ διαβόλου. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀναμείχθηκαν μέ τούς ἀγγέλους καί αὐτοί πού ἔχουν σῶμα προσφέρουν τή δοξολογία τους μαζί μέ τίς ἀσώματες δυνάμεις. Σήμερα καταργεῖται ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου, σήμερα λύθηκαν τά δεσμά τοῦ θανάτου, ἐξαφανίσθηκε ἡ νίκη τοῦ ἅδη. Σήμερα εἶναι εὐκαιρία νά ποῦμε τά προφητικά ἐκεῖνα λόγια. «Ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί σου; ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Α´ Κορ. 15, 55). Σήμερα ὁ Κύριός μας ὁ Χριστός συνέτριψε τίς χάλκινες πύλες καί ἐξαφάνισε τόν ἴδιο τό θάνατο.

Καί γιατί λέγω τόν ἴδιο τό θάνατο; Ἄλλαξε τό ὄνομά του, γιατί δέ λέγεται πιά θάνατος, ἀλλά κοίμηση καί ὕπνος. Γιατί πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τή φροντίδα του γιά τόν ἄνθρωπο μέ τή σταύρωσή Του, ἦταν φοβερό καί τό ἴδιο τό ὄνομα τοῦ θανάτου. Γιατί ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ἀφοῦ δημιουργήθηκε, καταδικαζόταν ν᾿ ἀκούει αὐτό, σάν μιά κάποια μεγάλη τιμωρία.«Τήν ἡμέρα πού θά φάγεις, θά πεθάνεις ὁπωσδήποτε» (Γέν. 2, 17). Καί ὁ μακάριος Ἰώβ μ᾿ αὐτό τό ὄνομα τόν ὀνόμασε, λέγοντας.«Ὁ θάνατος εἶναι ἀνάπαυση στόν ἄνθρωπο» (Ἰώβ 3, 23). Καί ὁ προφήτης Δαυΐδ ἔλεγε.«Ὁ θάνατος τῶν ἁμαρτωλῶν εἶναι κακός» (Ψαλμ. 33, 22). Καί ὀνομαζόταν ὄχι μόνο θάνατος ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἀλλά καί ἅδης. Ἄκουσε λοιπόν τόν πατριάρχη Ἰακώβ πού λέγει.«Θά κατεβάσετε τά γηρατειά μου μέ λύπη στόν ἅδη» (Γεν. 42, 38). Ἄκουσε πάλι τόν προφήτη.«Ἄνοιξε πολύ τό στόμα του ὁ ἅδης» (Ἠσ. 5, 14).

 

«Ἀναστάσεως ἡμέρα καὶ λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει» Ἁγίου Ἀμφιλοχίου, Ἐπισκόπου Ἰκονίου

 Ἡμέρα χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης σήμερα, ἀγαπητοί. Ἡμέρα ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας, ἡμέρα φωτισμοῦ καὶ ἁγιασμοῦ, ἡμέρα εἰρήνης καὶ καταλλαγῆς· ἡμέρα ἀναπλάσεως καὶ ἀνακαινισμοῦ τῶν ψυχῶν μας, ἡμέρα πραγματικὰ μεγάλη καὶ θαυμαστή, ἡμέρα ἐπιφανής. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς συνανέστησε ὁ Χριστός μας, ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε πέσει στὴν ἁμαρτία. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς συνεζωοποίησε ὁ Χριστός, ἐμᾶς ποὺ εἴχαμε νεκρωθεῖ ἀπὸ τὰ παραπτώματά μας. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα μᾶς ἄνοιξε τὸν Παράδεισο, γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὸ ξύλο τῆς Ζωῆς. Δηλαδή, τὸ Τίμιο καὶ ζωοποιὸ σῶμα του καὶ αἷμα του, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξαγνιζόμεθα καὶ ἁγιαζόμεθα καὶ φωτιζόμεθα καὶ ἀνακαινιζόμεθα…

Διότι ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὸν ἑαυτὸ του λύτρο γιὰ ὅλους μας καὶ μᾶς ὁδήγησε ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωή, ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς, ἀπὸ τὴν δουλεία στὴν ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἔχθρα στὴ γνήσια φιλία. Μᾶς ἐξαγόρασε ὁ Χριστός μας ἀπὸ τὴν κατάρα καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀφοῦ ἔγινε γιὰ μᾶς κατάρα, κι ἔτσι μποροῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν υἱοθεσία, γιὰ νὰ μὴν εἴμεθα πλέον δοῦλοι, ἀλλὰ ἐλεύθεροι, νὰ μὴν εἴμεθα ἐμπαθεῖς, ἀλλὰ ἀπαθεῖς, νὰ μὴν εἴμεθα φιλοκόσμοι, ἀλλὰ φιλόθεοι. Νὰ μὴν πορευόμεθα σαρκικὰ ἀλλὰ πνευματικά.

 

Η Πρώτη Ανάσταση Lev Gillet Μέγα Σάββατο

 Όπως έχουμε ήδη πει, το Μέγα Σάββατο μετέχει ταυτοχρόνως στο πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας και στη χαρά του Πάσχα. Είναι εν μέρει στραμμένο προς τον τάφο του Κυρίου και εν μέρει προς τον Αναστάντα. Ο Όρθρος του Μεγάλου Σαββάτου, που τελέσαμε το βράδυ της Παρασκευής, περιγράφει την προσμονή και τη θλίψη των «φίλων του Ιησού» -των μαθητών και των αγίων γυναικών- των οποίων η προσοχή είναι τώρα συγκεντρωμένη στον τάφο, όπου ο από Αρειμαθαίας Ιωσήφ έχει εναποθέσει το Σώμα του Σωτήρος. Ήδη ο Εσπερινός και η Λειτουργία που τελούμε το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου «προλαμβάνουν» την Κυριακή και μας φέρνουν το πρώτο μήνυμα της Αναστάσεως.

«Σήμερον ὁ ᾍδης στένων βοᾷ· συνέφερέ μοι εἰ τὸν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα, μὴ ὑπεδεξάμην· ἐλθὼν γὰρ ἐπ᾿ ἐμέ, τὸ κράτος μου ἔλυσε· πύλας χαλκᾶς συνέτριψε, ψυχὰς ἃς κατεῖχον τὸ πρίν, ὡς Θεὸς ἀνέστησε…»

Μετά το «Φῶς ἱλαρόν» διαβάζονται τρία αποσπάσματα από την Παλαιά Διαθήκη: Πρώτα-πρώτα η διήγηση περί της Δημιουργίας (Γέν.1:1-13), επειδή η Ανάσταση του Χριστού θα είναι κατά μία έννοια μια νέα Κτίση. Κατόπιν χωρία από το βιβλίο της Εξόδου (12:1-11) για την καθιέρωση του Μωσαϊκού Πάσχα, για τον αμνό, για το ράντισμα των θυρών με το αίμα του, και όλα εκείνα τα στοιχεία που προτύπωναν το Χριστιανικό Πάσχα. Τέλος, ο προφήτης Δανιήλ μάς διηγείται την ιστορία των τριών παίδων που ρίφθησαν στο καμίνι μετά την άρνησή τους να προσκυνήσουν την εικόνα του Βασιλιά (Δαν. 3: 1-88). Η θαυματουργή τους διάσωση από τον θάνατο συμβολίζει τη νίκη του Αναστημένου. Η ωδή των τριών παίδων παρακινεί ολόκληρη την Κτίση να δοξολογήσει τον Κύριο: