Ακούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ὁμιλεῖ ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἕνας σοφός· ὁμιλεῖ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ τὰ χείλη του ποτέ δὲν βγῆκε ψέμα, ἐκεῖνος ποὺ εἶπε «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Ὁμιλεῖ σήμερα παραβολικῶς, δηλαδὴ ἄλλα λέει καὶ ἄλλα ἐννοεῖ. Μᾶς παρουσιάζει μιὰ ζωντανὴ εἰκόνα, ποὺ πρέπει ὅλοι νὰ τὴν προσέξουμε, διότι μέσα στὴν εἰκόνα αὐτὴ εἴμαστε ὅλοι.
Ὁ Κύριος μᾶς μιλάει γιὰ ἕνα ἀμπέλι. Ὁ νοικοκύρης τοῦ ἀμπελιοῦ ἔδειξε μεγάλο ἐνδιαφέρον γι᾽ αὐτό. Τὸ ἔφραξε γύρω - γύρω μὲ φράχτη, ὥστε νὰ μὴ μπορῇ νὰ μπῇ κανένας κλέφτης καὶ κανένα ἄγριο θηρίο καὶ νὰ κάνῃ ζημιά. Ἔφτιαξε στὸ κέντρο πατητήρι, γιὰ νὰ πατοῦν τὰ σταφύλια. Φύτεψε κλήματα, ῥίζες ἐκλεκτές. Κατόπιν ὅλο αὐτὸ τὸ ἀμπέλι, ὅπως ἦταν φραγμένο καὶ φροντισμένο, τὸ παρέδωσε σὲ ἀμπελουργοὺς μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ τὸ σκάβουν νὰ τὸ κλαδεύουν νὰ τὸ περιποιοῦνται, ὥστε ν᾽ ἀποδώσῃ.
Κι ὅταν ἔφτασε ἡ ἐποχὴ τοῦ καρποῦ, τότε λέει τὸ εὐαγγέλιο ἔστειλε ὑπηρέτες γιὰ νὰ τοὺς δώσουν τὸν καρπό. Ἀλλ᾽ αὐτοὶ οἱ ἀμπελουργοὶ δὲν ἔδωσαν οὔτε ἕνα καλάθι σταφύλια οὔτε ἕνα τσαμπί. Μόλις εἶδαν ἀπὸ μακριὰ ὅτι ἔρχονται οἱ ὑπηρέτες τοῦ καλοῦ αὐτοῦ ἰδιοκτήτου, ἀμέσως ἔπιασαν σχοινιά, πέτρες, μαχαίρια, καὶ ἄλλον μὲντὸν ἔδειραν, ἄλλον τὸν σκότωσαν καὶ ἄλλοντὸν λιθοβόλησαν. Ὁ ἰδιοκτήτης, ὅταν πληροφορήθηκε τὴν διαγωγὴ αὐτὴ τῶν γεωργῶν, ἔστειλε ἄλλους ὑπηρέτες περισσοτέρους ἀπὸ τοὺς πρώτους. Ἐν τούτοις οἱ κακοὶ γεωργοί, ὅταν εἶδαν τοὺς ἀπεσταλμένους, ἔκαναν καὶ σ᾽ αὐτοὺς τὰ ἴδια. Τέλος ὁ ἰδιοκτήτης ἀποφάσισε νὰ στείλῃ τὸν γυιό του, μὲ τὴ σκέψι ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ ντραποῦν. Ἀλλὰ οἱ ἀχάριστοι ἀμπελουργοί, ἀναιδέστατοι καὶ θρασύτατοι, μόλις πλησίασε ὁ γυιὸς τοῦ ἰδιοκτήτου, τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸ ἀμπέλι κ᾽ ἐκεῖ τὸν θανάτωσαν. Τέτοια διαγωγὴ ἔδειξαν οἱ κακοὶ γεωργοὶ ἀπέναντι στὸν ἰδιοκτήτη τοῦ ἀμπελῶνος.