Ο l4ος αιώνας ειναι αποδεδειγμένα μία από τις κρισιμότερες φάσεις της
«Βυζαντινής» Ιστορίας. Η περίοδος αυτή σφραγίζεται από μία περίεργη
αντινομία. Η κοινωνικο-πολιτική κρίση (δείγμα αποδιοργάνωσης και
αποσύνθεσης) διαπλέκεται με πνευματικές συγκρούσεις (δείγμα ακμής και
ρωμαλεότητας). Προχωρεί η εδαφική συρρίκνωση της Αυτοκρατορίας (τα
εδάφη μοιράζονται Σέρβοι, Βούλγαροι και Οθωμανοί), αλλά παράλληλα
σημειώνεται αναγέννηση των γραμμάτων και θεολογική-πνευματική άνθηση. Ο
εμφύλιος σπαραγμός κορυφώνεται στο κίνημα των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης,
ενώ ταυτόχρονα το «Βυζάντιο»/Ρωμανία συγκλονίζεται από τη λεγομένη
«ήσυχαστική έριδα», που επιβεβαιώνει εν τούτοις την πνευματική του
συνοχή και συνέχεια. Πολιτικοκοινωνικά πράγματα και θεολογία
συμπορεύονται και συμπλέκονται σε μια παρατεταμένη κρίση, ως οι δύο
όψεις της ίδιας πραγματικότητας, της «βυζαντινής» κοινωνίας. Προσπάθειά
μας στο κείμενο αυτό είναι η επισήμανση της ουσίας της θεολογικής και
κοινωνικής συγκρούσεως και η απόπειρα ερμηνείας της συναντήσεως των δύο
αυτών μεγεθών και της διαπλοκής τους.
Α'
Στους τελευταίους αιώνες της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης τρεις μεγάλες
θεολογικές έριδες συνταράσσουν τη βυζαντινή κοινωνία: το αρσενιανόν
σχίσμα (l3ος αι.), η σύγκρουση ησυχαστών-αντιησυχαστών (l4ος αι.) και το
ενωτικό πρόβλημα (15ος αι.), που όχι μόνον αποδεικνύουν τον δυναμισμό
της Ορθοδοξίας, αλλά και τη δυναμική της στη ζωή της αυτοκρατορίας. Η
«ησυχαστική έριδα» έλαβε όμως τις μεγαλύτερες διαστάσεις.
Τρίτη 16 Ιουνίου 2026
Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός Ησυχαστές και Ζηλωτές Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα Ελληνισμός Μαχόμενος, Eκδόσεις Τήνος, Αθήνα 1995.
Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026
Επίσκοπος Ποζάρεβατς και Μπρανιτσέβου Ιγνάτιος (Μίντιτς) Η Θεολογική Βάση της Ζωγραφικής του π. Σταμάτη Σκλήρη
Αρθρο στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Sabornost (ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΣ),
1-2, 1999, της Επισκοπής Ποζάρεβατς και Μπρανιτσέβου, με γενικό αφιέρωμα
«Ζωγραφική και Πίστη».
Κείμενο του Μητροπολίτη και αγιογραφίες έργων του παπα Σταμάτη Σκλήρη
από την έκδοση Ξενητειά, εκδόσεις Νέα Σύνορα - Α.Α.Λιβάνη Αθήνα 1999
1. Η ανανέωση της βυζαντινής ζωγραφικής στις αρχές του 20ού αιώνα χάρη
στον Φώτη Κόντογλου εξαρχής κινήθηκε σε αισθητικά κυρίως πλαίσια. Σε
αντιδιαστολή προς την αναγεννησιακή και τη σύγχρονη ζωγραφική, η
βυζαντινή ζωγραφική, ως προς την αισθητική, παρουσιάζει μεγάλες
διαφορές. Οι αιτίες για τη διαφοροποίηση της βυζαντινής εικόνας από τις
άλλες ζωγραφικές τάσεις αναζητήθηκαν παντού εκτός από τη θεολογία. Στη
θεολογία της εικόνας δε δόθηκε προσοχή. Αλλά και στις περιπτώσεις που
δινόταν προσοχή στη θεολογία της βυζαντινής ζωγραφικής, η θεολογία αυτή
ερμηνευόταν κυρίως από την ηθική, δηλαδή την ασκητική άποψη.
Όλοι γνωρίζουν, και το επαναλαμβάνουν, ότι η κύρια διαφορά ανάμεσα στη
βυζαντινή και την αναγεννησιακή εικόνα έγκειται στο ότι στην πρώτη τα
πρόσωπα είναι ασκητικά, ενώ στη δεύτερη δεν είναι. Παραμελείται εκείνο
που είναι βέβαιο: η εσχατολογική διάσταση της βυζαντινής εικόνας, η
οποία κυριαρχούσε σε όλη τη βυζαντινή ζωγραφική. Η εσχατολογία είναι
τόσο παρούσα στη βυζαντινή εικόνα, ώστε αποκτά κανείς την εντύπωση ότι
σε αυτήν υποτάσσονται τα πάντα: από το σχέδιο μέχρι τις εικαστικές και
αισθητικές λύσεις, μέχρι σημείου το αισθητικό στοιχείο, το κάλλος ως
αρμονία να έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Ή, πιο , σωστά, η αισθητική της
βυζαντινής εικόνας προέρχεται από την οντολογία, η οποία πάλι πηγάζει
από τα έσχατα και δε θεμελιώνεται στην ιστορία, δηλαδή στη
νατουραλιστική αισθητική.
Κυριακή 14 Ιουνίου 2026
Κυριακή Β’ Ματθαίου Η κλήση των αποστόλων Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ματθ. δ’ 18-23)
Γιατί οι άνθρωποι είναι πάντα τόσο βιαστικοί σήμερα; Για να δουν όσο γίνεται πιο γρήγορα την επιτυχία των προσπαθειών τους. Κι η επιτυχία έρχεται και παρέρχεται, αφήνοντας πίσω της κάποια ίχνη λύπης.
Σάββατο 13 Ιουνίου 2026
Λόγος του οσίου πατρός ημών Βασιλείου Επισκ.Σελευκείας Λόγος εις το «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».
Όσοι είναι σοφοί ιατροί, τότε αποδεικνύουν πιο θαυμαστή την τέχνη τους,
όχι όταν καταπολεμήσουν το πάθος δια πυρός και σιδήρου, συμφώνως με τον
νόμο του πολέμου, αλλά όταν, κολακεύοντας το πάθος με κάποια γλυκά
φάρμακα, επινοήσουν την ίαση του πάσχοντος, και, αποφεύγοντας τις
τεχνικές που του προκαλούν φόβο, κοιμίσουν τους πόνους με κάποια ήπια
και εύληπτα παρασκευάσματα, και τον ελευθερώσουν από το πάθος. Έτσι ο
πάνσοφος ιατρός και βασιλεύς, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός,
βλέποντας την Οικουμένη να νοσεί από το πάθος της
ασεβείας και να φλεγμαίνει από τις κοσμικές απάτες που την οδήγησαν στην
ειδωλομανία, δεν ρίπτει πύρινη βροχή, ούτε ωθεί τη θάλασσα να
εκστρατεύσει κατά της ξηράς, ούτε εξοπλίζει κατά της ασεβείας τη βία των
στοιχείων της φύσεως, αλλά πείθει με θαύματα, προσελκύει με ευεργεσίες,
και με ουράνιους λόγους μεταπλάθει τα φλεγμονώδη πάθη της ψυχής. Ήδη δε
επιλέγει και μερικούς ευτελείς μαθητάς και εμπιστεύεται στα χέρια και
στις γλώσσες τους την ιατρεία της Οικουμένης.
Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026
ΚΥΡΙΑΚΗ Β’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ (ΜΙGΝΕ Ρ. G. τ. 57, στ. 217-222. ΕΠΕ τ. 9, σέλ. 447-453)
Πρόσεξε ὅμως καὶ τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοὴ τῶν μαθητῶν. Ὅταν
ἄκουσαν τὸ κάλεσμά Του, ἦταν στὴ μέση τῆς ἐργασίας καὶ ξέρετε
πόσο ἀπαιτητικὸ εἶναι τὸ ψάρεμα. Κι ὅμως δὲν ἄφησαν γι’
ἀργότερα, δὲν εἶπαν· «Ἅμα γυρίσουμε στὸ σπίτι, θὰ μιλήσουμε
μὲ τοὺς δικούς μας». Ἀλλὰ τ’ ἄφησαν ὅλα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν,
ὅπως ἔκαμε ὁ Ἐλισσαῖος στὰ χρόνια τοῦ προφήτη Ἠλία. Τέτοια
ὑπακοὴ ζητᾶ ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστός, ὥστε οὔτε ἕνα δευτερόλεπτο
ἀναβολὴ νὰ μὴν κάνουμε, ἀκόμα κι ἂν μᾶς βιάζει κάτι ἀπὸ τὰ
ἀπαραίτητα.
Γι’ αὐτὸ καὶ κάποιον ἄλλον, ποὺ τὸν πλησίασε
καὶ ζήτησε νὰ θάψει τὸν πατέρα του, οὔτε αὐτὸ δὲν τὸν ἄφησε νὰ
κάνει, δείχνοντας ὅτι ἀπὸὅλα πρέπει νὰ προτιμοῦμε νὰ Τὸν
ἀκολουθήσουμε. Καὶ ἂν ἰσχυριστεῖς ὅτι ἦταν μεγάλη ἡ
ὑπόσχεση ποὺ τοὺς ἔδωσε, θὰ ἀπαντήσω ὅτι γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς
θαυμάζω πιὸ πολύ, ἐπειδὴ παρ’ ὅλο ποὺ ἀκόμα δὲν εἶχαν δεῖἀπ’
Αὐτὸν κανένα θαυμαστὸ σημεῖο, πίστεψαν σὲ τόσο μεγάλη
ὑπόσχεση καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ θεώρησαν δευτερεύοντα μπροστὰ
στὸ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουν. Γιατί μὲ ὅποια λόγια πείστηκαν οἱ
ἴδιοι, πίστεψαν ὅτι μὲ αὐτὰ θὰ μποροῦσαν κι ἄλλους νὰ πείσουν.
Αὐτό, λοιπόν, ὑποσχέθηκε σ’ αὐτούς. Σ’ ἐκείνους ὅμως ποὺ ἦταν
μαζὶ μὲ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη δὲν εἶπε τίποτα τέτοιο,
γιατί ἡ ὑπακοὴ τῶν πρώτων ἄνοιξε ἔπειτα τὸ δρόμο καὶ σ’
αὐτούς. Ἐξ ἄλλου εἶχαν ἀκούσει πολλὰ προηγουμένως γι’ Αὐτόν.
Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026
Κυριακή Β΄ Ματθαίου Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος (Ματθ. δ΄ 18-22) Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστὴν, ὁμιλία ιδ΄
Γιὰ ποιό λόγο ἀναχωρεῖ; Ἐπειδὴ θέλει νὰ μᾶς διδάξη πάλι νὰ μὴν συμπλεκώμαστε μὲ τὸν πειρασμὸ ἀλλὰ νὰ ὑποχωροῦμε καὶ νὰ παραμερίζωμε μπροστά του. Δὲν εἶναι ἔγκλημα νὰ μὴ ρίχνης τὸν ἑαυτὸ σου στὸν κίνδυνο, ἀλλὰ νὰ μὴ σταθῆς μὲ γενναιότητα, ὅταν πέσης σ’ αὐτόν. Αὐτὸ λοιπόν θέλει νὰ διδάξη καὶ νὰ διασκεδάση τὸ φθόνο τῶν Ἰουδαίων γι’ αὐτὸ ἀναχωρεῖ στὴν Καπερναούμ. Καὶ τὴν προφητεία ἐκπληρώνει καὶ βιάζεται νὰ συλλάβη στὸ δίχτυ του τοὺς δασκάλους τῆς οἰκουμένης, ἀφοῦ ἐκεῖ τοὺς εἶχε φέρει ἡ τέχνη τους. Ἐμεῖς ἄς προσέξωμεν πῶς ἔχοντας στὸ νοῦ παντοῦ νὰ φύγη στοὺς Ἐθνικούς, παίρνει ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους αἰτίες.
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026
Κυριακή Β’ Ματθαίου: Ερμηνεία στην Αποστολική περικοπή Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος (Προς Ρωμαίους, κεφ.2, χωρία 10-16)
Τρίτη 9 Ιουνίου 2026
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ (ΡΩΜ. 2, 10-16) ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ν. Καλλιπόλεως Πειραιῶς
Τήν Κυριακή Β΄ Ματθαίου ἐμμελῶς ἀπαγγέλλεται στούς Ἱερούς Ναούς τό
ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ Ἀπ. Παύλου, τό
ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό 2ο κεφάλαιο καί περιλαμβάνει τούς στίχους 10-16.
Ἀφήνοντας τούς δύο πρώτους στίχους (10-11) διά τό εὐκολονόητον («Δόξα δέ
καί τιμή καί εἰρήνη παντί τῶ ἐργαζομένω τό ἀγαθόν, Ἰουδαίω τε πρῶτον
καί Ἕλληνι˙ οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρά τῶ Θεῶ»), σπεύδουμε νά
παρουσιάσουμε τήν ἑρμηνεία, πού δίδει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης[1]
στούς ὑπολοίπους στίχους.
Ὁ στίχος 12 λέει : «Ὅσοι γάρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καί ἀπολοῦνται˙ καί ὅσοι ἐν νόμω ἥμαρτον, διά νόμου κριθήσονται».
Σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὅτι μέ τά παραπάνω λόγια ὁ Ἀπ. Παῦλος
δείχνει ὅτι, κατά τήν τιμωρία, βαρύτερα κολάζεται ὁ Ἰουδαῖος ἀπό τόν
Ἕλληνα (εἰδωλολάτρη), διότι οἱ μέν Ἕλληνες (εἰδωλολάτρες), λέει, «ἀνόμως
ἥμαρτον», δηλ. χωρίς νά ἔχουν τήν διδασκαλία καί τήν κατήχηση τοῦ
γραπτοῦ νόμου, γι’αὐτό καί «ἀνόμως ἀπολοῦνται», δηλ. ἐλαφρότερα θά
κολασθοῦν, ἐπειδή δέν ἔχουν τόν γραπτό νόμο νά τούς κατηγορεῖ. Γιατί, τό
«ἀνόμως», σημαῖνει τό «χωρίς τήν κατάκριση τοῦ γραπτοῦ νόμου». Ὁ δέ
Ἰουδαῖος, ἐπειδή ἁμάρτησε μέ τόν γραπτό νόμο, δηλ. ἔχοντας τήν
διδασκαλία καί τήν κατήχηση τοῦ γραπτοῦ νόμου, γι’αὐτό καί θά κριθεῖ,
δηλ. θά κατακριθεῖ, μέ τόν γραπτό νόμο, ἐπειδή ὁ νόμος σφοδρότερα
στέκεται καί τόν κατηγορεῖ ὅτι τόν παρέβη καί ἀκολούθως τοῦ προξενεῖ
μεγαλύτερη καταδίκη.