Ὁ Δεσπότης Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ Μονογενής, ἀπό δική του πρωτοβουλία, χωρίς νά ἀναγκασθεῖ ἀπό κάποιον ‒ἀφοῦ ἀνέβηκε στό Σταυρό, καί ἁπλώνοντας τά χέρια, ἀποκατέστησε τή δικαιοσύνη ὑπέρ ὅλης τῆς κτίσεως, καί ἀφοῦ ἔτσι κατετρόπωσε ὅλες τίς ἀόρατες καί πονηρές δυνάμεις μέ τό Πάθος στό ὁποῖο ὑπέβαλε τό σῶμα του‒ θέλησε νά γευθεῖ ἡ ἁγία του σάρκα τήν τριήμερη νέκρωση γιά χάρη ὅλης τῆς φύσεως, ὥστε νά χαρίσει διά μέσου αὐτῆς στό νεκρωμένο γένος τήν ἀθανασία. Καί μάλιστα, ἀφοῦ ἔγειρε τήν ἁγία κεφαλή του, διέταξε σάν δοῦλο τό θάνατο νά προσέλθει στή σάρκα.
Ἔφθασε ἀμέσως ὡς δοῦλος ὁ θάνατος, ὑπηρετώντας τό δεσποτικό πρόσταγμα, καί κράτησε τό σῶμα, πού τοῦ δόθηκε ἄδεια νά λάβει. Ὅταν δέ κρατήθηκε ἀπό τό θάνατο τό σῶμα ἐκεῖνο, τό φοβερό γιά τά Χερουβίμ καί φρικτό γιά τά Σεραφίμ, ὅπως θέλησε ὁ Κύριος τοῦ σώματος, ἔτρεξε ἡ ψυχή τοῦ Σωτήρα νά εὐαγγελισθεῖ στίς ψυχές τήν ἀπολύτρωσή τους.
Ἡ δέ Θεότης του ἔμενε καί στό σῶμα καί στήν ψυχή, διότι δέν χωρίσθηκε κατ’ οὐδένα τόπο καί τρόπο ἡ θεότητα ἀπό τήν ἀνθρωπότητα μετά τήν ἕνωσή τους. Ἀλλά καί στούς οὐρανούς ἦταν καί στόν τάφο παρευρίσκετο, χωρίς νά ἐπηρεασθεῖ καθόλου, διατηρώντας ἄφθαρτη τήν περιβολήν της.
