1. Άνθρωπος κανείς δε θα μπορέσει ποτέ, άξια τη μετάσταση την ιερή να υμνήσει της Θεομήτορος, μακάρι μύριες νάχε γλώσσες και μύρια στόματα· μ' ακόμα κι αν όλες των σκόρπιων ανθρώπων οι γλώσσες μαζεύονταν ποτέ, δε θα φτιάναν τα επάξια εγκώμια.
Γιατί εκείνη βρίσκεται ψηλότερα από
κάθε μέτρο δοξολογικό. Και λόγω που αγαπά ο Θεός το κατά δύναμη, όταν
μ' αγάπη του δωρίζεται και ζήλο και με προαίρεση αγαθή, κι αφού κι η
μάνα του Θεού αγαπά όσα στο Γιο είναι αρεστά κι ευχάριστα, ας
ξαναρχίσουμε τα εγκώμια με υποταγή στις διαταγές σας, άριστοι μες στους
ποιμενάρχες κι αγαπημένοι του Θεού, αφού πρώτα το Λόγο, που από κείνην
σαρκώθηκε, βοηθό μας γυρέψουμε, που κάθε στόμα οπού σ' αυτόν ανοίγεται
γεμίζει, κι οπού για κείνην μοναχό στολίδι και δοξαστικό τραγούδι
Εκείνος φύτρωσε· κι αφού καλά το ξέρουμε, πως χρέος ξεπληρώνουμε
αρχίζοντας τα εγκώμια κι όταν το ξεπληρώσουμε πάλι σε χρέος μπαίνουμε,
για να κρατά παντοτινά το χρέος, όλο αρχίζοντας και τέλος να μην έχει.
Κι
ας γίνει σπλαχνική σε μας εκείνη που ανυμνούμε, η πέρα απ' όσα
πλάστηκαν, κυρία σ' όλη την πλάση, σα μάνα πούναι του Θεού, του κτίστη
και δημιουργού και πάνω σ' όλα αφέντη. Σχωράτε ελόγου σας και σεις, που
απ' αγάπη τα θεία ν' ακούσετε λόγια συνάζεστε· την πρόθεση την αγαθήν
αποδεχθείτε, τον πόθο χαρείτε, μα πονέστε μαζί μας και σεις για τη
φτώχεια του λόγου.