Αφού λοιπόν ο Παύλος απέδωσε τη δοξολογία προς τον Θεό, πάλι από την ευχή προχωρεί σε παραίνεση, στρέφοντας τον λόγο στους πιο δυνατούς κατά την πίστη και λέγοντας τα εξής: «Ὀφείλομεν δὲ ἡμεῖς οἱ δυνατοὶ τὰ ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν, καὶ μὴ ἑαυτοῖς ἀρέσκειν (: οφείλουμε εμείς οι δυνατοί στην πίστη και στην αρετή να δείχνουμε ανεκτικότητα και συμπάθεια στις αδυναμίες των αδυνάτων στην πίστη ανθρώπων και να μην κάνουμε εκείνα που αρέσουν στον εαυτό μας)» [Ρωμ. 15, 1].
Είδες πώς εξύψωσε αυτούς με τους επαίνους, όχι με το να τους πει μόνο δυνατούς, αλλά και με το να τους τοποθετήσει μαζί με τον εαυτό του; Και όχι μόνο έτσι, αλλά και τους παρακινεί πάλι με το χρήσιμο και το ευχάριστο. «Γιατί εσύ βέβαια είσαι δυνατός», λέγει, «και όταν δείχνεις συγκατάβαση δεν βλάπτεσαι καθόλου αλλά σε εκείνον ο κίνδυνος είναι για τα χειρότερα κακά, αν δεν βαστάζεται». Και δεν είπε «να βαστάζουμε τους αδυνάτους», αλλά «τις αδυναμίες των αδυνάτων ανθρώπων», για να παρακινήσει και να οδηγήσει τον δυνατό σε ευσπλαχνία, όπως και αλλού λέγει: «ἐὰν καὶ προληφθῇ ἄνθρωπος ἔν τινι παραπτώματι, ὑμεῖς οἱ πνευματικοὶ καταρτίζετε τὸν τοιοῦτον ἐν πνεύματι πρᾳότητος (: εάν από αδυναμία πέσει ένας άνθρωπος σε κάποιο αμάρτημα, εσείς που είστε πνευματικά ισχυροί, να τον διορθώνετε και να τον παιδαγωγείτε με πνεύμα πραότητας)» [Γαλ. 6, 1].