α) Στή βιβλική καί πατερική παράδοση, ἀλλά καί τή νεότερη θεολογική σκέψη, δέν ἀπαντοῦν συγκεκριμένοι ὁρισμοί γιά τήν Ἐκκλησία. Κι αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς θεανθρώπινη κοινωνία, ἔχει μυστηριακό χαρακτήρα καί ὁποιοσδήποτε ὁρισμός ἀδυνατεῖ νά περιγράψει τή μυστηριακή καί ἁγιοπνευματική της διάσταση. Κάθε ὁρισμός περιορίζει τά πράγματα. Ὅμως, παρόλα αὐτά, ὑπάρχουν συμβολικές ἐκφράσεις πού ἀποδίδουν τήν εἰκόνα της. Ὁρισμένες ἀπό αὐτές εἶναι: «Σῶμα Χριστοῦ», «ἄμπελος», «κιβωτός», «ναῦς», «λατρεύουσα κοινότητα», «κοινωνία θεώσεως» καί ἄλλες.
β) Στούς νεότερους χρόνους καί τή σύγχρονη κοινωνία ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται σχεδόν ἀποκλειστικά μέ τούς κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν θεσμική νομιμοποίηση καί συνδέονται μεταξύ τους μέ κάποιο γραφειοκρατικό ἱστό. Ἀλλά χωρίς τήν παρουσία τοῦ πληρώματος, τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τῶν βαπτισμένων καί χαριτωμένων μελῶν, ἡ παρουσία τῶν κληρικῶν μένει μετέωρη. Ἡ Ἐκκλησία ὡς κλῆρος καί λαός συνδέεται ἀδιάσπαστα μέ τόν Χριστό καί στούς κόλπους της διασώζεται ἡ ὀρθή διδασκαλία γιά τό πρόσωπό Του. Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Ἰωάν. 17, 1-13), πού ἀποτελεῖ μέρος τῆς Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, ὁ Κύριος εὔχεται γιά τήν ἑνότητα τοῦ πρώτου πυρήνα τῆς Ἐκκλησίας, πού συνιστοῦσαν οἱ μαθητές Του. Ἡ ἑνότητα εἶναι αἴτημα κάθε ἐποχῆς.