Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ Από το βιβλίο του Εισοδικόν, εκδ. Ι. Μονής Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1978.

 

4. Η Θεία Λειτουργία αποκάλυψη της καινής κτίσεως

Τίποτε το στατικό  δεν υπάρχει στη  Θεία Λειτουργία,  τίποτε το μεμονωμένο.  Τα πάντα ζουν κινούνται αρμονισμένα μέσα στο όλον. Όλα παίρνουν νόημα.  Όλα  συγκεντρώνονται. Όλα γνωρίζονται. Αποκαλύπτεται η φύση και ο λόγος της υπάρξεώς τους μέσα στη «λογική λατρεία», τη Λειτουργία του Λόγου «δι' ου τα  πάντα εγένετο». Και ενώ μιλούμε για όλα, τα βλέπουμε όλα. Τα  πάντα  γίνονται  οικεία,  τίποτε δεν είναι ξένο, ουσιαστικά πρόκειται  περί ενός: Είναι η  ευλογημένη  Βασιλεία του  Πατρός  και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος που προσδέχεται και αγιάζει τη δημιουργία. Είναι η άκτιστη χάρη της Αγίας Τριάδος που καινίζει την κτίση.

Με τη δοξολογική  εκφώνηση της τρισαγίου Βασιλείας αρχίζει η Θεία Λειτουργία. Στη συνέχεια μόνον αυτή ζητούμε: «Ελθέτω η χάρις, παρελθέτω ο κόσμος» (Διδαχή Αποστόλων). Σ' αυτήν προσφέρονται οι πιστοί κατά πάντα  και  διά πάντα.

Και γίνεται η Θεία Λειτουργία ο θεολογικός τόπος όπου τα πάντα συναντιώνται. Έξω άπό τη θέρμη της τα πάντα είναι αγνώριστα, παγερά και μεμονωμένα. Εδώ μέσα βρισκόμενα περιχωρούνται, διακονούν λειτουργικά.

Η ενότης της πίστεως παρουσιάζεται με το πώς  το  κάθε  τι  ζωογονείται,  μεταμορφώνεται, αφθαρτίζεται από την  άκτιστη τριαδική  χάρη. Έτσι  αναδεικνύεται η βασική  ενότης αρχικής καταγωγής,  σημερινής οργανώσεως,  καί  εσχατολογικής  εντελεχείας των  πάντων, που είναι  o Θεός, ως αιτία και τέλος πάντων. «Σοι ενί πάντα μένει· σοι δ' αθρόα πάντα θοάζει. Και πάντων τέλος έσσί» ( Γρηγόριος Θεολόγος, Ρ.G. 37,508).

Και διαβεβαιώνει η πείρα της λειτουργικής ζωής: «Είδομεν το φως το αληθινόν (αντανακλώμενον απ' όλο το μεταμορφωμένο κόσμο),  ελάβομεν  Πνεύμα  επουράνιον».

Ο κατά φύσιν κόσμος μέσα στον οποίο ζή ο άνθρωπος, ως θεανθρώπινη πραγματικότης, είναι ο λειτουργικός. Δεν ειναι ούτε η ιστορια σαν χρόνος ούτε η δημιουργία σαν χώρος, ούτε η λογική του πεπτωκότος ανθρώπου, ούτε η τέχνη του παραπαίοντος ατόμου. Μέσα στη Λειτουργια όλα υπάρχουν αλλοιωμένα  την  καλήν αλλοίωση· δοκιμασμένα (συντετριμμένα και ανορθωμένα), σταυροαναστάσιμα.

Όλος ο κόσμος της Εκκλησίας, η καινή κτίση, είναι θεανθρωπία. Ατρέπτως,  αναλλοιώτως  και ασυγχύτως ενώνεται ο κτιστός κόσμος  με την άκτιστη χάρη, και δεν καταργείται, δεν κατακαίεται, αλλά  μεταμορφώνεται  και  αφθαρτοποιείται: «Όλος γάρ ο νοητός κόσμος όλω τω αισθητώ μυστικώς τοις συμβολικοίς είδεσι τυπούμενος φαίνεται τοις οράν δυναμένοις· και όλος όλω τω

νοητώ ο αισθητός γνωστικώς κατά νουν τοις λόγοις απλούμενος ενυπάρχων εστίν» (άγιος Μάξιμος, P.G. 91, 669 C).

Όταν ο θεατής της Αποκαλύψεως γράφη: «Εγώ Ιωάννης ο και αδελφός υμών... εγενόμην εν Πνεύματι εν τη Κυριακή ημέρα... και είδον ουρανόν καινόν και γην καινήν», είναι σαν να μας λέη: Εγώ ο αδελφός υμών Ιωάννης Λειτουργήθηκα. Η Λειτουργία μας φέρνει στο ανοιχτό παράθυρο της αποκαλύψεως, της αφθαρσίας. Μας δίδει τη δυνατότητα να αναπνεύσωμε καθαρό αέρα που ζωογονεί τα σπλάγχνα μας. Μέσα στη Θεία Λειτουργία έχομε αυτό το γεγονός και την

εμπειρία. Τα πάντα γίνονται καινά με τη χάρη και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος. Δεν είναι ο ήλιος που φωτίζει τη γή, ούτε η φαντασία που ανοίγει τον ουρανό - «ουρανός και γη παρελεύσονται» (Ματθ. 24, 35) - αλλά η παρουσία του Θεού που καινίζει, αφθαρτίζει, ενοποιεί γη και ουρανό. «Και η πόλις ου χρείαν έχει του ηλίου... » (Αποκ. 21, 23).Τη λειτουργική πραγματικότητα δεν την καταυγάζει φωτισμός που πρόκειται να παρέλθη, «ουδέν γάρ φαινόμενον αγαθόν».

Η αόρατη παρουσία του Κυρίου φωτίζει και αποκαλύπτει τα πάντα.

 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ Από το βιβλίο του Εισοδικόν, εκδ. Ι. Μονής Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1978.

 3. «Tα του βίου λειτουργήσαντες»
(Τριώδιον, Εσπερινός Σαββάτου των ψυχών)  

 

Η προσφορά στο  Θεό καθενός  πράγματος κατά πάντα καί διά πάντα μέσα στη λειτουργική ατμόσφαιρα έχει σαν αποτέλεσμα τον  αγιασμό του, τη μεταστοιχείωσή του.

Η ζωή και η θέληση που προσφέρεται στο Θεό  καθαγιάζεται  άμεσα  καί  αναφαίρετα. H προσφορά του σχετικού και φθαρτού, με διάθεση ευγνωμοσύνης, φέρει την αύξηση του αγίου, του αιωνίου  και  πνευματικού. «Δος  αυτοίς  Κύριε αντί των φθαρτών τα άφθαρτα» (Λειτουργία Μεγ. Βασιλείου). Ετσι όλη η ζωή του πιστού με το να είναι προσφορά, γίνεται αύξηση πνευματική. Δεν καταβάλλεται, αλλά αναγεννάται, γιατί πριν τον καταβάλλει ο χρόνος, τα γεράματα, η αρρώστεια, αυτός τη δύναμη και τη ζωή του έδωσε στο Θεο και πήρε τη χάρη. Αγιάστηκε στην ψυχή και στο σώμα. Και δεν τον πιάνει τώρα ο χρόνος, τα

γεράματα, η αρρώστεια· η χαρά, η ζωή και η νιότη του ξεφεύγει από τα χέρια των εχθρών του και οδεύει «επί το αόριστον» της ελευθερίας του Πνεύματος.

Στο τέλος ο θάνατος και το σωματικό θάψιμο του πιστού στη γη είναι η τελευταία επίγεια πράξη καθολικής προσφοράς. Δεν αντιστέκεται μάταια στο θάνατο. Έμαθε οτι η προσφορά είναι αύξηση και ζωή. Τώρα σαν άρτος το σώμα του, ανενέργητο, προσφέρεται στηήν ανεξιχνίαστη θεία βουλή. Δεν θάπτεται σαν νεκρός νικημένος από την ασθένεια ή το χρόνο. Προσφέρεται πιο πολύ ως δώρο λειτουργικό που καθολικά δίδεται. Πέθανε εκούσια κατά τη θέληση, το φόβο, την κακία, πριν πεθάνει βιολογικά. Πέθανε κατά πάντα και διά πάντα, σε όσα αυτός διαφέντευε, για να μπη μέσα του, Νοικοκύρης  και Αφεντικό, ο Αιώνιος και Άφθαρτος.

Έτσι και την τελική θανή που έφτασε στο σώμα του, τη δέχτηκε σαν την επίσκεψη της πατρικής στοργής του Θεού με το σκοπό της ολοκληρωτικής καθάρσεως, αναστάσεως  και ελευθερίας.

Όχι μόνο τη θέλησή του, όχι μόνο τα σχέδιά του καί την ελπίδα του, μα κι αυτό το σώμα του προσφέρει τώρα ανενέργητο, νεκρό. Το προσφέρει ευχάριστα μέσα στην ευχαριστία -«ευχαριστούντες Θεώ» (Νεκρώσιμος ακολουθία) - για να ενεργήση και σ' αυτό η καθαγιαστική χάρη του Πνεύματος όπως θέλει.  Στη λειτουργική τούτη ώρα έχομε μια κατάδυση και μια ανάδυση. Θάπτεται σώμα σαρκικό και εγείρεται σώμα πνευματικό.

Ο θάνατος και η ταφή είναι ευχαριστιακή πράξη προσφοράς και καθαγιασμού.  Δεν  είναι στυγνό συμβάν, αλλά επίτευξη τελικής προσφοράς για την ανατολή ξένης ελπίδας και ζωής.

Κάθε μια Ευχαριστία καταγγέλλει το θάνατο του  Κυρίου. Κάθε  μια  Ευχαριστία  καταγγέλλει το  θάνατο  μας  καί τον  αρραβώνα της  αιωνίου ζωής. Και του πιστού ο θάνατος καταγγέλει την Ευχαριστία.

Όσο πιο πολύ είναι θάνατος ή ευχαριστιακή μετοχή, τόσο πιο πολύ κερδίζει μέσα μας χώρο και κράτος η ζωή. Όσο είναι θάνατος εκούσιος, τόσο νικάται ο θάνατος ο αναπόφευκτος που έρχεται. Όσο είναι πράξη ελευθερίας, τόσο μεταστοιχειώνει την αναγκη την έσχατη σ'ελευθερία αιώνια.

 ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ Από το βιβλίο του Εισοδικόν, εκδ. Ι. Μονής Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1978.

 

2. Λειτουργική αποφατικότης

«Άξιον και δίκαιον σε υμνείν, σε ευλογείν, σε αινείν, σοι ευχαριστείν, σε προσκυνείν. Συ γάρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος, αεί ων, ωσαύτως ων».

Ένας ύμνος της αποφατικής θεολογίας. Ένα ξέσπασμα αποφατικό. Ή αλλιώς,  ένας ύμνος βγαλμένος από τη  σταυροαναστάσιμη ζωή: Τη χαρά και τη ζωή που ήλθε, αναφαίρετα, διά του σταυρού, εν όλω τω κόσμω.

Είναι άξιο και δίκαιο να υμνήται, να ευλογήται, να αινήται, να ευχαριστήται και να προσκυνήται από τον άνθρωπο ο Θεός παντού, γιατί είναι  ανέκφραστος,  απερινόητος, αόρατος,  ακατάληπτος και είναι πάντοτε ο ων και ο ωσαύτως ων.

Αν δεν ήταν αόρατος, ακατάληπτος, δεν θα ήταν Θεός, δεν θα άξιζε τον κόπο να υμνήται. Θα ήταν άδικο να κάναμε κάτι τέτοιο. Τώρα μας κρατά άγρυπνους, νήφοντες, ζωοδοτημένους άπο  αφθαρσία.

Τι παρηγοριά  φέρνει  τούτο  το  λειτουργικό δώρο! Τι άνοιγμα στη ζωή! Τι νίκη είναι αυτή!

Ευχαριστούμε, υμνούμε, ευλογούμε για  τις δυσκολίες, τα απρόσιτα, τα ανεπίτευκτα. Γιατί μόνα αυτά σαν πραγματικότητες, δοκιμασίες και όχι φτιαχτές λογοτεχνίες, χύνουν στις φλέβες της υπάρξεώς μας το αίμα της ελευθερίας και της ζωής, που μας χάρισε και μας χαρίζει ο ζων Θεός.

Είμαστε ένα τίποτε και πέρα από το τίποτε, και Αυτός που είναι το παν και πέρα από το παν, έρχεται και γίνεται ακατάπαυστα ένα με  μας: Μια ψυχή, ένα σώμα. Δίδει την ψυχή και το σώμα Του, τη θεότητά Του ολόκληρη και την ανθρωπότητα σε μάς.

Αν δεν ήταν αόρατος, ακατάληπτος, δεν θα ήταν Θεός. Δεν θα μας είχε αναγάγη στον ουρανό. Και δεν θα μπορούσε από τώρα να μας χαρίση τη μέλλουσα Βασιλεία. Και δεν θα μπορούσαμε να ευχαριστήσωμε για τις ευεργεσίες που  «ίσμεν και ουκ ίσμεν». Δεν θα μπορούσαμε ποτέ μέσα στο «oυκ ίσμεν», στην άγνοια, στον απλησίαστο για μας χώρο, να βρούμε και να δούμε τις πιο θαυμαστές και ατέλειωτες για μας ευεργεσίες Του.

«Nυv πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός και γη και τα καταχθόνια».

Μόνον Αυτός ο αληθινός Θεός, στην αληθινή Του λατρεία, δημιουργεί τους αληθινούς ανθρώπους.

*

Έτσι το «Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος» υψώνεται μπροστά μας «ως αληθώς όρος άναντες καί δυσπρόσιτον» απ' όπου κατέρχεται η άκτιστη αύρα και φουσκώνει τα σπλάγχνα του ανθρώπου και ζωογονεί τα έγκατά του με τη χάρη της ελευθερίας, της απροσδιοριστίας, του επικίνδυνου, του ολοζώντανου.

Και μεις πόσο συχνά θέλομε να κάνωμε το Θεό νοητό, εκφραστό, ορατό, αισθητό κοσμικά. Πόσο θέλομε να  λατρεύωμε  είδωλα. Να κλειστούμε σε φυλακές σχετικότητος (πλάνης - αιρέσεως).

Αλλά η Θεία Λειτονργία δεν μας αφήνει να κάνωμε κάτι τέτοιο.  Γκρεμίζει τα είδωλα του Θεού και  υψώνει σωτήρια μπροστά μας την Εικόνα Του, το Λόγο, «ός εστιν εικών του Θεού του αοράτου» (Κολ.1,15). Αρχέτυπο του αληθινού, κεκρυμμένου και θεόπλαστου είναι μας.

Τα πάντα λειτουργημένα μέσα στην Ορθοδοξία έχουν τον ίδιο αποφατικό  χαρακτήρα της ελευθερίας:

Ανέκφραστος   - Θεολογία

αόρατος            - Εικόνα

ακατάληπτος    - Αγιότης. 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ 

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι. Μονής Ιβήρων Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΙΕΡΟΥΡΓΙΑ Από το βιβλίο του Εισοδικόν, εκδ. Ι. Μονής Σταυρονικήτα, Άγιον Όρος 1978.

  Η Θεία Λειτουργία ως Θεολογική Ιερουργία

«ημών σύμφωνος η γνώμη τη ευχαριστία και η ευχαριστία βεβαιοί την γνώμην»
Άγιος Ειρηναίος, Ρ.G. 7,1028

1. «Μη τύπος αλλά πράγμα θυσίας η τελετή»
(Καβάσιλα, Περί Θείας Λειτουργίας)



Η Θεία Λειτουργία φθάνοντας στην αγία Αναφορά γίνεται μια καθολική δοξολογία: «Άξιον και δίκαιον Σε υμνείν, Σε ευλογείν, Σε αινείν, Σοι ευχαριστείν, Σε προσκυνείν». Μέσα στον αίνο τούτο και την ευχαριστία γνωρίζομε τη θεολογία, αποκαλύπτεται η κοσμογονία.

Τίποτε δικό μας δεν έχομε. Αυτός μας δημιούργησε εκ του μη όντος. Παραπεσόντας μας ανέστησε. Έκαμε τα πάντα μέχρις ότου μας χάρισε τη μέλλουσα Βασιλεία Του.

Αυτή η αίσθηση της ευγνωμοσύνης και η δοξολογία υπέρ πάντων ων ίσμεν και ων ουκ ίσμεν, αποτελεί μια κλίμακα που μας ανάγει στον ουρανό, και μας κάνει να ακούμε τον τρισάγιο ύμνο:

«Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ...» Και ενώνονται οι φωνές μας και οι δοξολογίες μας προς το Θεό της αγάπης:

«Μετά τούτων καί ημείς των μακαρίων δυνάμεων Δέσποτα φιλάνθρωπε βοώμεν και λέγομεν. Άγιος ει και Πανάγιος, Συ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σου το Άγιον. Άγιος ει και Πανάγιος και μεγαλοπρεπής η δόξα σου· ος τον κόσμον Σου ούτως ηγάπησας, ώστε τον Υιόν σου τον μονογενή δούναι, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται αλλ' έχη ζωήν αιώνιον».

Η δόξα του Θεού φανερώνεται στην αγάπη, την κένωση.

«Δι' υπερβολήν της ερωτικής αγαθότητος έξω εαυτού γίνεται... και προς το εν πάσι κατάγεται κατ' εκστατικήν υπερούσιον δύναμιν ανεκφοίτητον εαυτού» (Διονύσιος Αρεοπαγίτης, P.G. 3, 712 ΑΒ).

Το φως του προσώπου του δεν θαμπώνει αλλά φωτίζει. Η μεγαλοπρεπής του δόξα δεν εξουθενώνει τη μικρότητά μας, αλλά ανακουφίζει και σώζει: Είναι θεϊκή. Δεν μπορεί να μπλεχτή μέσα μας με τίποτε το ανθρώπινο. Δεν βλέπομε τη δόξα του Θεού - δεν μας την παρουσιάζει η Θεία Λειτουργία - στη μορφή του Παντοκράτορος, αλλά μας την αποκαλύπτει όπως φαίνεται στην πράξη της

πατρικής προσφοράς και της θυσίας του Υιού. Στην έσχατη ταπείνωση του Δούλου τού Θεού.

Όμοια και η αγιογραφία δεν μας παρουσιάζει το Χριστό, Βασιλέα της δόξης στην Ανάσταση, αλλά κρεμάμενο γαλήνια στο ξύλο του Σταυρού.

«Ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται αλλ' έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. 3, 16).

Έτσι καθένας που γνωρίζει τον Κύριο λειτουργικά, όπως πράγματι είναι, και πιστεύει σ' αυτόν -Του εμπιστεύεται τη ζωή του - έχει ζωήν αιώνιον, ανώλεθρο.

Τα πάντα αλλάζουν σ' αυτόν από τώρα. Δεν βασανίζεται από καμμιά ταραχή. Ήρεμα βαδίζει μετ' Αυτού επί των κυμάτων. Τα στοιχεία του κόσμου και οι απειλές αναβαίνουσιν έως των ουρανών και καταβαίνουσιν έως των αβύσσων και αυτός μένει αμετακίνητος στην ηρεμία, όντας ταυτόχρονα ευαίσθητος στο κάθε τί. Και η Θεία Λειτουργία συνεχίζεται.

«Ος (ο Υιός) ελθών και πάσαν την υπέρ ημών οικονομίαν πληρώσας, τη νυκτί ή παρεδίδοτο, μάλλον δε εαυτόν παρεδίδου υπέρ της του κόσμου ζωής, λαβών άρτον εν ταις αγίαις αυτού καί αχράντοις καί αμωμήτοις χερσίν, ευχαριστήσας καί ευλογήσας, αγιάσας, κλάσας, έδωκε τοις αγίοις αυτού μαθηταίς καί αποστόλοις ειπών:

Ο ιερεύς εκφώνως: Λάβετε φάγετε τούτό μού εστι το Σώμα το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών.

Ο λαός: Αμήν.

Ο ιερεύς μυστικώς: Ομοίως και το Ποτήριον μετά το δειπνήσαι λέγων.

Ο ιερεύς εκφώνως: Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτό εστι το Αίμά μου το της καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών.

Ο λαός:Αμήν».

Βρισκόμαστε πνιγμένοι μέσα στις φανερές και αφανείς ευεργεσίες του. Κυριολεκτικά τα χάνομε μέσα σ' αυτό τον κατακλυσμό του ελέους και της αγάπης Του: προσφέρεται κλώμενος καί εκχυνόμενος σε μας. Δεν ξέρομε τι να κάνωμε. Δεν βρίσκομε τίποτε δικό μας, να Του δώσωμε σαν ευχαριστία· «oυ γαρ εποιήσαμέν τι αγαθόν επί της γης». Γι' αυτό παίρνομε πάντα τα δικά Του και ευγνώμονα τα προσφέρομε:

«Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα».

Αυτή η ολοκληρωτική λειτουργική αντιπροσφορά στον αεί σφαγιαζόμενο Κύριο - πράξη ευχαριστίας και ελευθερίας - αποτελεί το κέντρο του μυστηρίου, την πηγή του αγιασμού του ανθρώπου και των τιμίων δώρων. Αυτή η προσφορά μας απογυμνώνει απ' όλα, απολλύμεθα (Ματθ. 16,25). Παύομε να υπάρχωμε. Πεθαίνομε. Συγχρόνως είναι η στιγμή που γεννιώμαστε στή ζωή· κοινωνούμε της θείας ζωής, με το να προσφέρωμε τα πάντα, με το να γίνωμε μια ευχαριστιακή προσφορά. Έτσι η απώλεια της ζωής μας είναι ταυτόχρονα ανάδυση της υπάρξεώς μας σε κόσμο «καινό και ασύνθετο» όπου παραγενόμενοι είμαστε αληθινά άνθρωποι. (Πρβλ. άγ. Ιγνάτιος, ΒΕΙΙ 2, 276).

Μόνον όταν εξαρθρωθή τελείως ο άνθρωπος και ξανάρθη στην ύπαρξη από άλλη Δύναμη, μπορεί να νοιώση τι είναι ζωή· «oς αν απολέση ούτος ευρήσει» (Ματθ. 16, 25). Ήδη με την εμπειρία αυτή του «σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα» κοινωνούμε της καινής ζωής που είναι προσφορά, κένωση. Όλα εδώ υπάρχουν άλλως, περιχωρούμενα: Συναιρούνται οι εμπειρίες όλες. Συναιρείται ο άνθρωπος· απλώνεται μέχρι την απώλεια και συνέρχεται στο εν που είναι το παν. Βρίσκει τον Κύριο που είναι το Α και το Ω.

Μιμνησκόμεθα πάντων των γεγενημένων και των γενησομένων. Είναι όλα παρόντα, συγκεκραμένα στο φως του προσώπου Του και το γλυκασμό της αυτού ωραιότητος. Στη στιγμή χωρά η αιωνιότης. Σ'έναν Άγιο μαργαρίτη όλος ο Παράδεισος, ο Χριστός.

«Αινούμεν, ευλογούμεν και δεόμεθα». Όλες οι προσευχές γίνονται μία, τη στιγμή που πεθαίνομε πραγματικά και ζούμε ξενοτρόπως. «Tov θάνατον του Κυρίου καταγγέλλομεν και την ανάστασιν Αυτού ομολογούμεν» (Α' Κορ. 11, 26).

Ζης την εμπειρία του ψυχορραγούντος, και το σπαρτάρισμα του αρτιγέννητου. Ξεψυχάς και γεννιέσαι. Γίνεσαι άκρως ευαίσθητος και ταυτόχρονα μένεις ασάλευτος σαν απ' αιώνων κεκοιμημένος.

Είσαι ελεύθερος εαυτού, «πάντα αφελών και εκ πάντων απολυθείς». Έχεις άλλους νόμους ζωής, αιωνίου και ακαταλύτου. Είσαι νεκρός και ζωντανός. Ανύπαρκτος και παντοδύναμος. Πέφτεις στο κενό, καταποντίζεσαι, και πλημμυρίζεις ζωή, φτάνεις στην αίσθηση της αιωνίου παρουσίας Του.

Γυρίζοντας στην ανυπαρξία (διά της ολικής προσφοράς), βλέπεις να σε συγκρατούν τα χέρια που υπήρχαν πριν Αβραάμ γενέσθαι (Ιω. 8, 58).

Απεκαλύφ0ησαν τα θεμέλια της οικουμένης. Χάνεις τα πάντα και φανερώνεται στο βάθος της καρδιάς σου πώς ο άνθρωπος έχει δυνάμει τα πάντα μπαίνοντας εδώ, γιατί στη Λειτουργία της σωτηρίας του ο Χριστός, που ουκέτι αποθνήσκει, είναι «o προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος».

Είναι ώρα σιωπής απολύτου και λάλου. Σιγά πάσα σαρξ βροτεία, και άκούγεται ο Λόγος.

Το χώρο που κένωσε η προσφορά (ταπείνωση - ευχαριστία) κατέρχεται και πληροί το Άγιο Πνεύμα.

Η ζωή μέσα στη Θεία Λειτουργία είναι σβήσιμο ενσυνείδητο και ολοκληρωτικό, γι' αυτό είναι και αγκάλιασμα ενός μυστηρίου που μας ξεπερνά. Είναι κόπος και ανάπαυση. Είναι θάνατος και ζωή.

Πιστεύεις ότι υπάρχει ζωή γιατί γεννιέσαι, ακατάπαυστα. Έρχεσαι από την ανυπαρξία στην ύπαρξη. Πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός γιατί σε κρατά στα ζωντανά Του χέρια. Σε δημιουργεί, σε πλάθει. Αυτός εκ του μη όντος εις το είναι μας παρήγαγε» και μας παράγει, γιατί η δωρεά της χάριτός Του είναι σημαντικώτερο γεγονός και μεγαλύτερη έκπληξη απ' ό,τι η αρχική εκ του μη όντος εις το είναι παραγωγή.

«Παραπεσόντας μας ανέστησεν πάλιν και την βασιλείαν του εχαρίσατο την μέλλουσαν». Και ενώ ήδη όλα μας χαρίστηκαν, και τα μέλλοντα, νοιώθει κανείς ότι ακόμη όλα τα περιμένουμε. Όλα είναι ατέλειωτα, γιατί όλα είναι αληθινά. Όλα δόθηκαν, και όλα έρχονται ακατάπαυστα καινούργια.

*

Όταν μιλάμε για λειτουργική θεολογία εννοούμε την ενσάρκωση της θεολογίας. Και τούτο το βλέπομε καθαρά στην ευχαριστιακή ιερουργία.

Το πόσο αληθινή είναι η Θεία Λειτονργία μας το αποκαλύπτει η ίδια η φυσιολογία της πνευματικής ζωής: «καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Εγκαταλείποντας κανείς τα πάντα στο Θεό, φτάνοντας στην τελική συντριβή και ταπείνωση, δέχεται κατά φυσική λειτουργία των πνευματικών νόμων τη χάρη του Θεού.

Και στη Θεία Λειτουργία, μετά άπ' όλη την ευχαριστιακή αναφορά και την κατά πάντα και διά πάντα προσφορά στο Θεο, παρακαλούμε, δεόμεθα και ικετεύομε να έλθη το Πνεύμα το Άγιον εφ' ημάς.

Η ίδια πορεία ακολουθείται. Ο ίδιος νόμος βασιλεύει. Το ίδιο Πνεύμα ζωής διοργανώνει, πλάθει, ορίζει την ευχαριστιακή λειτουργία και τη διάρθρωση του ανθρωπίνου είναι μας. Γι' αυτό ο άνθρωπος όντας μέσα στη Λειτουργία, βρίσκεται στο κλίμα του, που μπορεί να ευδοκιμήση. Στην πατρίδα του, που τα πάντα είναι γνώριμα και οικεία. Μιλιέται η γλώσσα του η μητρική.

Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ' εικόνα ιδική Του και ομοίωση. Ο Κύριος «της λειτουργικής ταύτης και αναιμάκτου θυσίας την ιερουργίαν παρέδωκεν ημίν». Και η μία (η εσωτερική οργάνωση του ανθρώπου) και η άλλη (η λειτουργική θυσία) από το Θεό παραδίδονται. Η πορεία της θυσίας - η πολιτεία της υπακοής του Υιού του Θεού - αποκαλύπτει στη Θεία Λειτουργία την τριαδική ζωή και χάρη. Και έτσι αποκαλύπτει στον άνθρωπο ιερουργικά την αλήθεια της φύσεως του και τού δείχνει το δρομο της ελευθερίας. Τη δυνατότητα της αναλήψεως και θεώσεώς του.

*

Δεν πρόκειται περί ιερολογίας, αλλά περί ιερουργίας. Δεν μιλάμε, αλλά πράττομε. Τίποτε δεν υπάρχει χωρίς ρίζες βαθειές.

Ό,τι παρουσιάζεται ή ακούγεται εξωτερικά είναι φανέρωση μιας εσωτερικής, προσωπικής, ενσυνείδητης θυσίας.

Η εσωτερική αγάπη εκφράζεται ως ομολογία πίστεως εις την ομοούσιον και αχώριστον Τριάδα. «Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν: Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα...».

Η αίτηση προς τον Πατέρα για την άφεση των πολλών μας προς Αυτόν οφειλημάτων γίνεται με τη συγχώρηση των μικρών οφειλών των άλλων σε μας (Κυριακή προσευχή).

Η παρακατάθεση της ζωής ημών απάσης και της ελπίδος σ' Αυτόν, αποτελεί την εσωτερική, «έργω», επίκληση της χάριτος του Παναγίου Πνεύματος.

Την ώρα της επικλήσεως, η κατά πάντα και διά πάντα προσφορά μας σ'Αυτόν έλκει τη χάρη, αποτελεί την παράκληση, δέηση και ικεσία προς τον Πατέρα για να καταπέμψη το Πνεύμα το Άγιο.

Καί καταλαβαίνομε πως δεν εκφωνείται απλώς από τον ιερέα, αλλ' ιερουργείται απ' όλο το σώμα της Εκκλησίας η επίκλησις: Είναι ιερουργία επικλήσεως, πράξη αιτήσεως, για τη μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού και για τον αγιασμό των πιστών: την άφεση των αμαρτιών, την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, της βασιλείας των Ουρανών το πλήρωμα, την παρρησία την προς το Θεό και την αποφυγή - εκ του αναξίως μεταλαμβάνειν - του κρίματος ή του κατακρίματος.

Έτσι το γεγονός της μεταβολής και του αγιασμού των τιμίων δώρων και των πιστών ενσυνείδητα και ολοσώματα βιούται. Με την κατά φύσιν εύχαριστιακή του στάση όλος ο άνθρωπος, όλη η λειτουργική κοινότης, και δι' αυτών όλη η δημιουργία, γίνονται μία δέηση, παράκληση, ικεσία και απολαμβάνουν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, τη χάρη της Πεντηκοστής και «νεουργείται η σύμπασα και θεουργείται» (Κάθισμα όρθρου 8ης Σεπτεμβρίου).

Τίποτε δε γίνεται μηχανικά, μαγικά. Τίποτε δεν είναι θαμπό και σκοτεινό, αν και είναι υπέρ λόγον. Και έτσι τίποτε δεν μένει άσαρκο: τα πάντα προσφέρονται ως άρτος κλώμενος, τροφή φαγώσιμη στον άνθρωπο. Ως αίμα εκχυνόμενον, αίμα που αθόρυβα χύνεται στις φλέβες της ζωής και της ελπίδος μας.

Τα πάντα φανερώνονται εσωτερικά στους πιστούς, και τα πάντα φανερώνουν μυστικά τον Ενεργούντα τά πάντα εν πάσι.

Ήδη η πράξη της εκούσιας προσφοράς των πιστών, ως ενέργεια αντίθετη προς την εγωϊστική στάση και ροπή της πεπτωκυίας φύσεώς μας, είναι κοινωνία και μετοχή στη θεία ζωή που είναι αγάπη άπειρη.

Εδώ μαθαίνομε να ζούμε, να προσφερώμαστε. Ανατέλλει η όντως ελεύθερη ζωή, η μέλλουσα, που μας δόθηκε. Βλέπομε πως η προσφορά είναι αύξηση, η κένωση πλήρωμα, η ταπείνωση δόξα. Μαθαίνομε να ευχαριστούμε. Kαι «η ευχαριστία εκείνω μεν ουδέν προστίθησιν, ημάς δε οίκειοτέρους αυτώ κατασκευάζει» (Χρυσόστομος, P.G.57,331).
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Νείλος ο Ασκητής Κεφάλαια περί Προσευχής Μετάφραση: Αρχιμ. Ευσεβίου Βίττη Από το βιβλίο του Αρχιμ. Ευσεβίου Νίττη Εις ύψος νοητόν, Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας


ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

1. Αν θέλει κανένας να φκιάσει ευωδιαστό θυμίαμα, πρέπει να συνθέσει σε ίση ποσότητα διάφανο και καθαρό λιβάνι, κασσία, όνυχα και στακτή, σύμφωνα με όσα λέει ο Νόμος (πρβλ. Εξόδ. λ΄ 34). Αυτά τα υλικά υποδηλώνουν τις τέσσερις βασικές αρετές. Αν έχουν δηλαδή όλη την πληρότητα και είναι στον ίδιο βαθμό αναπτυγμένες τότε δεν πρόκειται να προδοθεί ο νούς.

2. Όταν καθαρθεί η ψυχή με την πληρότητα των εντολών, δηλαδή με την εκπλήρωση και εφαρμογή τους, τότε κάνει ακλόνητη την τάξη του νού, καθιστώντας τον ικανό να δεχτεί την κατάσταση εκείνη, που αναζητάει.

3. Η προσευχή είναι επικοινωνία του νού με το Θεό. Σε ποια κατάσταση, αλήθεια, πρέπει να βρίσκεται ο νούς για να μπορέσει να απλωθεί και εκταθεί αμετάστροφα ως τον Δεσπότη του και να τον συναναστρέφεται συνομιλώντας μαζί του χωρίς την παρεμβολή κανενός ενδιαμέσου;

4. Αν, όταν προσπάθησε ο Μωϋσής να πλησιάσει τη φλεγόμενη βάτο, εμποδίστηκε, ώσπου να λύσει το υπόδημα των ποδιών του (Εξόδ. γ΄ 5), πώς εσύ, που θέλεις να ιδείς τον πέρα από κάθε αίσθηση και έννοια και να γίνεις φίλος του, δεν θα πρέπει να λύσεις και να πετάξεις από πάνω σου κάθε νόημα μολυσμένο από πάθος;

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2026

Μέγας Βασίλειος Δύο λόγοι για τη νηστεία Απόδοση στην ομιλουμένη: Δημήτριος Αθανασόπουλος, θεολόγος. Εκδόσεις: Νεκτ. Παναγόπουλος. ΛΟΓΟΣ Β'

 Η προτροπή του Μ. Βασιλείου για τη νηστεία.

  1. «Παρηγορείτε, λέγει, ιερείς τον λαό· ομιλήσατε στα αυτιά της Ιερουσαλήμ» (Ησ. 40, 1-2). Η φύση του λόγου είναι ικανή, των μεν φιλοπόνων να εντείνει τις δυνάμεις, των δε οκνηρων και νωθρών να διεγείρει την προθυμία. Για τούτο μεν οι στρατηγοί, όταν παρατάσσουν τον στρατό για την μάχη, μεταχειρίζονται τους προτρεπτικούς λόγους πριν από τους αγώνες, και τόση δύναμη έχει η παραίνεση, ώστε σε πολλούς εμπνέει πολλές φορές ακόμη και περιφρόνηση του θανάτου. Οι γυμναστές δε και οι εκπαιδευτές, όταν οδηγούν τους αθλητές στους αγώνες των σταδίων, κάνουν πολλές προτροπές περί του οτι πρέπει νά μοχθούν για τα στεφάνια, ώστε και πολλοί να πείθωνται με την φιλοτιμία στη νίκη να περιφρονουν τα σώματα. Για τούτο λοιπόν και σε μένα που παρατάσσω τους στρατιώτες του Χριστού προς τόν πόλεμο κατά των αοράτων εχθρών και που προετοιμάζω με την εγκράτεια τους αθλητές της ευσεβείας για τα στεφάνια της δικαιοσύνης, είναι αναγκαίος ο προτρεπτικός λόγος. Τι λοιπόν λέγω αδελφοί; Ότι αυτοί που μελετούν την τακτική του πολέμου και ασκούνται στις παλαίστρες, φυσικό είναι με την αφθονία της τροφής να παχαίνουν τους εαυτούς τους, ώστε δυναμικότερα να καταπιάνονται με τους αγώνες· αυτοί δε «που δεν παλεύουν με αίμα και σάρκα, αλλά με τις αρχές, με τις εξουσίες, με τους κοσμοκράτορες του σκότους τούτου, με τα πνευματικά της πονηρίας» (Εφεσ.6, 12), αυτοί είναι ανάγκη να ασκούνται για τον πόλεμο αυτόν με τη νηστεία και την εγκράτεια. Διότι το μεν λάδι παχαίνει τον αθλητή, ή δε νηστεία ισχυροποιεί τον ασκητή της ευσεβείας. Ώστε όσον αφαιρείς από την σάρκα, τόσον θα κάμεις να απαστράπτει η ψυχή από την πνευματική λαμπρότητα. Διότι όχι με σωματικές δυνάμεις, αλλά με την καρτερία της ψυχής και την υπομονή στις θλίψεις επιτυγχάνεται η κυριαρχία προς τις αόρατες δυνάμεις.  

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Μέγας Βασίλειος Δύο λόγοι για τη νηστεία Απόδοση στην ομιλουμένη: Δημήτριος Αθανασόπουλος, θεολόγος. Εκδόσεις: Νεκτ. Παναγόπουλος. Λόγος Α΄

 Η νηστεία είναι πρόσταγμα προφητικό.

1. «Να σαλπίσετε, λέγει, κατά την πρώτη ημέρα του μήνα με την σάλπιγγα, καθώς και κατά την επίσημη ημέρα της μεγάλης εορτής σας» (Ψαλμ. 80, 4).

Αυτό είναι πρόσταγμα προφητικό. Για μας δε από την σάλπιγγα πιο μεγαλόφωνο και από κάθε όργανο μουσικό πιο επίσημο, την αναμενόμενη εορτή των εορτών υποδηλώνουν τα αναγνώσματα (Ησ.58, 4· 6). Διότι εγνωρίσαμε την χάρη των νηστειών από τον Ησαΐα, που απέρριψε μεν τον ιουδαϊκό τρόπο της νηστείας, την δε αληθινή νηστεία σε μας έδειξε. «Να μη νηστεύετε χάριν διαμάχης και έριδος», «αλλά να καταργήσεις κάθε σύνδεσμο αδικίας» (Ησ. 63, 6). Και ο Κύριος λέγει· «να μη γίνεσθε σκυθρωποί, αλλά να νίψεις το πρόσωπό σου, και να αλείψεις το κεφάλι σου» (Ματθ. 6, 16-17). Ας συμπεριφερθούμε λοιπόν, όπως εδιδαχθήκαμε, να μη φαινόμαστε σκυθρωποί για τις ημέρες που έρχονται, αλλά με φαιδρό πρόσωπο προς αυτές, όπως πρέπει στους αγίους, να συμπεριφερόμαστε. Κανείς άκαρδος δεν στεφανώνεται, κανείς κατηφής δεν στήνει τρόπαιο. Να μη σκυθρωπάσεις ενώ δέχεσαι περιποιήσεις. Είναι άτοπο να μη χαιρόμαστε για την υγεία της ψυχής, αλλά να λυπόμαστε με την αλλαγή των τροφών και να φαινόμαστε ότι χαριζόμαστε στην ηδονή της σάρκας, παρά στην επιμέλεια της ψυχής. Διότι ο μεν κορεσμός σταματά την ευχαρίστηση στην κοιλιά, η δε νηστεία ανεβάζει το κέρδος στην ψυχή. Να χαίρεσαι διότι σου έχει δοθεί από τον ιατρό φάρμακο που καταστρέφει την αμαρτία. Διότι όπως ακριβώς στα έντερα των παιδιών τα αναζωογονούμενα σκουλήκια εξαφανίζονται με κάποια δραστικά φάρμακα, έτσι και την αμαρτία, πού βρίσκεται στο βάθος της ψυχής, την σκοτώνει η νηστεία που εισχωρεί στην ψυχή, η οποία νηστεία είναι πράγματι αξία του ονόματός της.

 

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Δ’ Λουκά: Διδαχή εις την παραβολήν του Σπορέως (Αγ. Κοσμάς ο Αιτωλός) Ομιλία του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Κοσμά του Αιτωλού, εις την παραβολήν του Σπορέως

 Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός, αδελφοί μου, έχει πολλά και διάφορα ονόματα. Λέγεται Θεός, λέγεται Υιός Θεού, λέγεται και υιός ανθρώπου, λέγεται και σοφία, λέγεται και ζωή, λέγεται και ανάστασις΄ και ανάμεσα εις τα άλλα λέγεται και γεωργός, επειδή σπείρει τον σπόρον. Όπως ο ίδιος είπεν εις την παραβολήν του αγίου και ιερού Ευαγγελίου:
ήταν ένας γεωργός και εβγήκεν από το σπίτι του, επήρε σπόρον και επήγε να σπείρη εις τα χωράφια του. Και εκεί που έσπερνε δεν έπεσεν εις ένα μέρος ο σπόρος εκείνος. Άλλος έπεσεν εις την στράταν, άλλος εις την πέτραν, άλλος εις τα ακάνθια και άλλος εις την καλήν γην.
Εκείνος ο σπόρος που έπεσεν εις την στράτα δεν εφύτρωσε, διατί η γη ήταν σκληρά και καταπατημένη από τους διαβάτας, και ήλθαν τα πετεινά του αέρος και τον έφαγαν τον σπόρον εκείνον, και έμεινεν η στράτα άκαρπη. Έπεσε και άλλος σπόρος επάνω εις την πέτραν, είχεν ολίγον χώμα, εφύτρωσε και αυτός ο σπόρος, μα καθώς εβγήκεν ο ήλιος τον επύρωσεν, και μην έχοντας ρίζαν εξηράνθη, και έμεινεν άκαρπος και αυτός ο σπόρος. Έπεσε και άλλος σπόρος ανάμεσα εις τα ακάνθια, εφύτρωσε και αυτός, όμως εβγαίνοντας τα ακάνθια τον έπνιξαν και εχάθη και αυτός ο σπόρος. Εκείνος πάλιν ο σπόρος που έπεσεν εις την γην την καλήν, εκαρποφόρησεν, αλλά δεν είχεν όλη η γη εκείνη την ίδιαν απόδοση. Λόγου χάριν έσπειρεν σε ένα χωράφι ένα κιλόν σιτάρι και έκαμεν εκατόν. Άλλος σπόρος έπεσε σε πτωχοτέραν γην και έκαμεν εξήκοντα, έπεσε και άλλος σπόρος σε αχαμνότερη και έκανε τριάκοντα. Τώρα με φαίνεται αυτήν την παραβολήν να την εκαταλάβατε κομμάτι καλλίτερα, μα ακόμη όχι τόσον καλά.