Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Μαθητεύοντας στό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς (Ἰωάν. 17, 1-13) Πρωτ. Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη Θεολογική καί κοινωνική προσέγγιση

 α) Στή βιβλική καί πατερική παράδοση, ἀλλά καί τή νεότερη θεολογική σκέψη, δέν ἀπαντοῦν συγκεκριμένοι ὁρισμοί γιά τήν Ἐκκλησία. Κι αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς θεανθρώπινη κοινωνία, ἔχει μυστηριακό χαρακτήρα καί ὁποιοσδήποτε ὁρισμός ἀδυνατεῖ νά περιγράψει τή μυστηριακή καί ἁγιοπνευματική της διάσταση. Κάθε ὁρισμός περιορίζει τά πράγματα. Ὅμως, παρόλα αὐτά, ὑπάρχουν συμβολικές ἐκφράσεις πού ἀποδίδουν τήν εἰκόνα της. Ὁρισμένες ἀπό αὐτές εἶναι: «Σῶμα Χριστοῦ», «ἄμπελος», «κιβωτός», «ναῦς», «λατρεύουσα κοινότητα», «κοινωνία θεώσεως» καί ἄλλες.

β) Στούς νεότερους χρόνους καί τή σύγχρονη κοινωνία ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται σχεδόν ἀποκλειστικά μέ τούς κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν θεσμική νομιμοποίηση καί συνδέονται μεταξύ τους μέ κάποιο γραφειοκρατικό ἱστό. Ἀλλά χωρίς τήν παρουσία τοῦ πληρώματος, τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τῶν βαπτισμένων καί χαριτωμένων μελῶν, ἡ παρουσία τῶν κληρικῶν μένει μετέωρη. Ἡ Ἐκκλησία ὡς κλῆρος καί λαός συνδέεται ἀδιάσπαστα μέ τόν Χριστό καί στούς κόλπους της διασώζεται ἡ ὀρθή διδασκαλία γιά τό πρόσωπό Του. Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Ἰωάν. 17, 1-13), πού ἀποτελεῖ μέρος τῆς Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, ὁ Κύριος εὔχεται γιά τήν ἑνότητα τοῦ πρώτου πυρήνα τῆς Ἐκκλησίας, πού συνιστοῦσαν οἱ μαθητές Του. Ἡ ἑνότητα εἶναι αἴτημα κάθε ἐποχῆς.

Κυριακή των Αγίων 318 Πατέρων Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος Κατήχηση ΙΕ’ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΣΑΝ ΚΑΙ ΟΤΙ Η ΟΡΘΗ ΠΙΣΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΟΡΘΟ ΒΙΟ

  Αδελφοί και Πατέρες,

Σήμερα είναι μια εορτή μεταξύ δύο φωτεινών και σωτηρίων εορτών (της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής). Σήμερα, μεταξύ δύο μεγάλων μέχρι τον ουρανό πανηγύρεων παρουσιάζονται οι πολύφωτοι αστέρες. Σήμερα, μεταξύ των δύο αρμάτων που έχουν δρόμο τον ουρανό, εμφανίζονται τριακόσιοι δεκαοκτώ αρματηλάτες, όχι βέβαια για να διευθύνουν την ορμή αυτών των δύο κατευθυνομένων αρμάτων, αλλά για να διευθύνουν αυτούς που απιστούν για Εκείνους που έχουν ανεβεί επάνω στα άρματα, και να τους οδηγήσουν στην πίστη, για το ότι το μεν ένα άρμα ανέβασε από τη γη προς τις ουράνιες αψίδες και τους κόλπους του Πατέρα από τη γη τον σαρκοφόρο Θεό Λόγο, το δε άλλο άρμα, ότι τον «άλλο Παράκλητο» (Ιω. ιδ’ 16) (το Άγιο Πνεύμα), αντί για τον Χριστό που αναλήφθηκε,

Τον κατέβασε από τον ουρανό «σαν άνεμος που φυσούσε δυνατά» (Πράξ. β’ 3), για να εκπληρωθεί ο λόγος του Χριστού που έλεγε ότι «σας συμφέρει να φύγω εγώ. Γιατί, αν εγώ δεν φύγω, δεν θα έλθει σ’ έσας ο Παράκλητος, ενώ αν πάω εκεί θα Τον στείλω σ’ εσάς. Και όταν έλθει Εκείνος, θα ελέγξει τους ανθρώπους για την αμαρτία, για τη δικαιοσύνη και για την κρίση» (Ιω. ιε’ 7-8).

 

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Κυριακή του Τυφλού Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ευαγγέλιο: Ιωαν. θ΄1-38)

 Μέγας είναι ο Θεός μας, μεγάλα τα έργα Του! Δεν υπάρχει αρχή και τέλος στα θαυμάσιά Του (πρβλ. Ψαλμ. οστ΄13, 14)! Δεν υπάρχουν μάτια που να ’χουν δει όλ’ αυτά τα θαυμάσια, δεν υπάρχει γλώσσα να τα διηγηθεί, μα ούτε και νους να τα συλλάβει.

Τα μάτια είδαν κι όταν ήρθε ο θάνατος έκλεισαν. Η γλώσσα διηγήθηκε και μουγγάθηκε. Ο νους συνέλαβε κι έπειτα όλα τα κάλυψε η λήθη. Ποιος μπορεί να γνωρίσει τα θαυμάσια και ν’ αγνοεί το θαυματουργό; Και ποιος μπορεί να δει το θαυματουργό και να εξακολουθήσει να ζει;

Όλη η φωτιά ήρθε στη γη κι εξακολουθεί να έρχεται από τον ήλιο. Γιατί δεν κατέβηκε ο ίδιος ο ήλιος στη γη, αντί να παρουσιάζεται λίγο στη γη, λίγο στο νερό, λίγο στον αέρα, λίγο στα δάση και λίγο στα ζώα; Γιατί σε κάθε μερική παρουσίασή του ο ήλιος κρύβεται πίσω από ένα σκούρο και κρύο παραπέτασμα; Γιατί δεν κατέβηκε ολόκληρος στη γη για να φτιάξει τα πράγματα που γίνονται με τη φωτιά και το φως του, φορώντας σάρκα και περιορισμένος μέσα στη σάρκα; Επειδή αν πλησίαζε κοντά πολύ κοντά, η γη θα έλιωνε, θα εξαφανιζόταν σαν ατμός, θα χανόταν.

 

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Διδαχή την Κυριακή του Τυφλού για την έπαρση και την ταπεινοφροσύνη (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ) «Eις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιω. 9:39)

 ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυ­φλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρι­σαίοι. Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέ­ας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διά­θεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).

Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κα­τάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41).

 

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Κυριακή του Τυφλού: Χριστός το Φως της ζωής Αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας

Ἡ σημερινὴ περικοπή, ποὺ περιγράφει τὴ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς Τυφλοῦ, κάνει λόγο γιὰ τὸ Φῶς τῆς ζωῆς, τὸ Φῶς τὸ Οὐράνιο, τὸν Χριστό. Παρατηρεῖται σὲ αὐτὴ ἀνάλογη κλιμάκωση στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ σὲ σχέση μὲ τὴν περικοπὴ τῆς προηγούμενης ἑβδομάδας. Ἡ Σαμαρείτιδα καὶ ὁ Τυφλὸς θεωροῦν ἀρχικὰ τὸν Χριστὸ ὡς ἄνθρωπο, στὴ συνέχεια ἀναγνωρίζουν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι κάποιος ἀπὸ τοὺς Προφῆτες, ἐνῶ στὸ τέλος Τὸν προσκυνοῦν ὡς τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου.

Ὁ Κύριος ἤδη βρισκόταν ἀντιμέτωπος μὲ τὸ ἀναβράζον μίσος τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὴν πρόφαση ὅτι καταργοῦσε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, Τὸν ἐκδίωκαν ἀπὸ παντοῦ ὡς βλάσφημο, θορυβημένοι ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀποκαλοῦσε τὸν Ἑαυτό Του Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Τὸν εἶχαν κάνει τρόπον τινὰ ἀποσυνάγωγο καὶ Τοῦ εἶχαν στερήσει τὴ διδασκαλικὴ καθέδρα. Ὁ Κύριος ὅμως δὲν εἶχε ἀκόμη τελειώσει «τὸ ἔργον τοῦ Πέμψαντος Αὐτόν»[1]. Ἐφόσον δὲν Τοῦ ἐπέτρεπαν πλέον νὰ διδάσκει, τοὺς ἔστειλε τὸ «σημεῖο» Του, ἕνα ἁπλὸ ἄνθρωπο, τὸν ἐκ γενετῆς Τυφλό, γιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν τύφλωση ὅσων νόμιζαν ὅτι ἦταν σοφοὶ καὶ διδάσκαλοι τοῦ Ἰσραήλ.

Ὁ νοῦς τῶν μαθητῶν πρὶν τὴν ἐπιδημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἦταν ἀκόμη χοϊκός, γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ἀντίκρισαν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐκ γενετῆς εἶχε στερηθεῖ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του, ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν Διδάσκαλό τους λογικὴ ἐξήγηση σχετικὰ μὲ τὴν αἰτία τῆς ἀναπηρίας. Δύο ἐνδεχόμενα περνοῦσαν ἀπὸ τὸν νοῦ τους: Ἢ ὅτι ἡ τύφλωση ὀφείλετο στὶς προσωπικές του ἁμαρτίες εἴτε στὶς ἁμαρτίες τῶν προγόνων του. Οἱ Ἀπόστολοι ἔθεσαν τὴν ἐρώτηση στὸ ἀνθρώπινο ἐπίπεδο, ὁ Κύριος ὅμως διανοίγει ἄλλη προοπτικὴ στὸ θέμα. Ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξιχνιάσει «κριμάτων Αὐτοῦ ἀβύσσους»[2].

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟΝ (Ἰω. 9, 1-5) ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

 «Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς. Καί ἠρώτησαν αὐτόν οἱ μαθηταί του, λέγοντες· Διδάσκαλε, ποῖος ἥμαρτεν, αὐτός ἤ οἱ γονεῖς του, ὥστε νά γεννηθῇ τυφλός;»

1.«Καί διερχόμενος ὁ Ἰησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλόν ἐκ γενετῆς». Ἐπειδή εἶναι πάρα πολύ φιλάνθρωπος καί φροντίζει διά τήν σωτηρίαν μας καί θέλων νά κλείσῃ τά στόματα τῶν ἀχαρίστων, δέν παραλείπει νά κάνῃ ἀπό ἐκεῖνα πού ἔπρεπε νά κάνῃ καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν ἐπρόσεχεν. Αὐτό λοιπόν γνωρίζων καλά καί ὁ προφήτης ἔλεγεν· «Διά νά δικαιωθῇς μέ τούς λόγους σου καί νά νικήσῃς μέ τήν κρίσιν σου» (Ψαλμ. 50,6).

Διά τοῦτο λοιπόν καί ἐδῶ, ἐπειδή δέν ἐδέχθησαν τό ὑψηλόν νόημα τῶν λόγων του, ἀλλά τόν ὠνόμασαν καί δαιμονισμένον καί ἐπεχείρουν καί νά τόν φονεύσουν, ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἀπό τόν ναόν, θεραπεύει τόν τυφλόν, καί καταπραύνων τήν ὀργήν των μέ τήν ἀπουσίαν του καί μέ τήν πραγματοποίησιν τοῦ θαύματος μαλακώνων τήν σκληρότητα καί τήν ἀσπλαχνίαν των καί κάμνων πιστευτούς τούς λόγους του· καί τό θαῦμα πού κάμνει δέν εἶναι τυχαῖον, ἀλλά τότε συνέβη διά πρώτην φοράν. Καθ̉ ὅσον λέγει· «Ποτέ πρίν δέν ἠκούσθη, ὅτι ἤνοιξε κάποιος τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ ἐκ γενετῆς» (Ἰω. 9,32)· διότι ἴσως κάποιος νά ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς τυφλοῦ, ἐκ γενετῆς ὅμως ὄχι ἀκόμη. Καί τό ὅτι ἐξελθών ἀπό τόν ναόν, ἦλθεν ἐπίτηδες νά κάνῃ τό θαῦμα γίνεται φανερόν ἀπό τό ἑξῆς· αὐτός δηλαδή εἶδε τόν τυφλόν, καί δέν προσῆλθε πρός αὐτόν ὁ τυφλός, καί μέ τόσην προσοχήν τόν εἶδεν, ὥστε καί εἰς τούς μαθητάς νά κάνῃ ἐντύπωσιν.

 

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΝ ΑΓΙΟΥ ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΜΑΣΕΙΑΣ

 Μόλις ἀκούσαμε τὸν «υἱὸ τῆς βροντῆς», τὸν Ἰωάννη, ἢ μᾶλλον τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ ἀπὸ ἁλιέα καὶ χειροτέχνη τὸν ἔκαμε συγγραφέα καὶ κήρυκα Θείων ὄντως καὶ ὑψηλῶν ὑποθέσεων, νὰ μᾶς ἐκθέτει τὸ θαῦμα τῆς σωματικῆς καὶ πνευματικῆς ἀναβλέψεως τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Στὸ προηγούμενο κεφάλαιο ἀνέλυσε τὴν πολλὴ καὶ ἐκτεταμένη διάλεξη τοῦ Κυρίου, μὲ τὴν ὁποία καθωδηγοῦσε τὸν ἀπειθῆ καὶ δύστροπο ἑβραϊκὸ λαὸ στὴ θεογνωσία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἀπομακρύνοντας τὸν νοῦ τους ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς μοναρχίας· τοὺς ἄνοιγε τὴν πόρτα γιὰ νὰ περάσουν ἀπὸ τὴν νομικὴ παράδοση στὴ Χάρη, ὁδηγώντας τους ὁμαλά ἀπὸ τὴν Παλαιὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπως κάποτε ἀπὸ τὴν ἔρημο πρὸς τὴν πλούσια καὶ εὔφορη γῆ.

Ἀλλὰ, ἂν καὶ φανέρωνε ποικιλοτρόπως καὶ τὴν δικὴ του προΰπαρξη, ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχει προαιώνια καὶ βρίσκεται πάντοτε σὲ συνάφεια μὲ τὸν Πατέρα, καὶ φώναζε μὲ σαφήνεια στὰ ὦτα τῶν κωφῶν: «Πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγὼ εἰμι», ἐκεῖνοι δὲν ἀντιλήφθηκαν τὴ δύναμη τοῦ λόγου, οὔτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο δὲν παρεδέχθηκαν, ἔλεγξαν μὲ κάποια ἐπιστημονικὴ ἀντίρρηση· ἀλλὰ ἀντὶ γιά λόγια πῆραν πέτρες καὶ ἐνῶ βρίσκονταν ἀκόμη μακριὰ ἀπὸ τὸ σταυρό, γύμναζαν τὰ φονικά τους χέρια γιὰ τὴ δολοφονία. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πάντοτε προέκρινε τὴν μακροθυμία ἐμπρὸς στὸν ὑβριστὴ καὶ βλάσφημο λαό, ἀπέφυγε τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ὀχλαγωγία τους· ἀπέδρασε, ὄχι ὅμως μὲ τρόπο ταπεινό, ἀλλὰ θεϊκό· στάθηκε μεταξύ τους, τόσο κοντὰ ὥστε νὰ τὸν φθάνουν μὲ τὰ χέρια τους, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔβλεπαν, καὶ ἐνῶ ἄγγιζε τοὺς ἐξοργισμένους, δὲν φαινόταν.

 

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ Ἰωάν. θ΄, 1-38 Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Ἰωαν. Εὐαγγέλιον Κεφ. θ΄.

 Καὶ προχωρῶντας εἶδε κάποιον τυφλὸ ἐκ γενετῆς· τὸν ρώτησαν οἱ μαθηταὶ του καὶ τοῦ εἶπαν·  «Δάσκαλε, ποιὸς ἁμάρτησε αὐτὸς ἤ οἱ γονεῖς του γιὰ νὰ γεννηθῆ τυφλός;» Βγαίνοντας ἀπὸ τὸ ἱερὸ ὁ Κύριος μηχανεύεται τρόπο νὰ διασκεδάση τὸν θυμὸ τῶν Ἰουδαίων καὶ βαδίζει γιὰ νὰ θεραπεύση τὸν τυφλό.  Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο   θέλει νὰ μαλακώση τὴν σκληρότητα καὶ τὴν ἀπείθειά τους, ἄν καὶ δὲν ἐδόχοντα αὐτοὶ καμμιὰ ἐπίδραση.  Συνάμα τοὺς ἔδειχνε ὅτι δὲν εἶπε μάταια καὶ κομπαστικά «Πρὶν γίνη ὁ Ἀβραάμ, ἐγὼ ὑπῆρχα».

Νὰ ποὺ κάνει ἕνα θαῦμα ποὺ δὲν τὸ ἔκεανε κανένας πρωτύτερα. Μπορεῖ ν’ ἄνοιξε κάποιος τὰ μάτια ἑνὸς τυφλοῦ· ὄχι ὅμως τυφλοῦ γεννημένου. Εἶναι φανερὸ λοιπὸν ὅτι σὰν Θεὸς ποὺ ὑπῆρχε καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ κάει ἀυτὸ τὸ θαῦμα, ποὺ δὲν εἶχε γίνει ὡς τότε. Ἐπίτηδες πῆγε καὶ στὸν τυφλό· δὲν πῆγε ὁ τυφλός σ’ ἐκεῖνον. Ἔτσι λοιπὸν κι οἱ μαθητὲς ὅταν τὸν εἶδαν ποὺ παρατήρησε προσεκτικὰ τὸν τυφλό, τὸν ρώτησαν· «ποιὸς ἁμάρτησε αὐτὸς ἤ οἱ γονεῖς του, γιὰ νὰ γεννηθῆ τυφλός; Φαίνεται ὅμως ἡ ἐρώτηση ἄστοχη. Πῶς θὰ μποροῦσε ν’ ἁμαρτήση αὐτὸς πρὶν γεννηθῆ; Γιατὶ βέβαια οἱ ἀπόστολοι δὲν παραδέχτηκαν τὶς ἑλληνικὲς φλυαρίες, ὅτι ἡ ψυχὴ πρὶν μπῆ στὸ σῶμα ζῆ σ’ ἄλλο κόσμο, ὅπου ἁμαρτάνει κι ἔπειτα ἡ εἴσοδός της στὸ σῶμα εἶναι σὰν τιμωρία γι’  αὐτό.  Γιατὶ σὰν ψαράδες ποὺ ἦσαν οὔτε ποὺ θὰ εἶχαν ἀκούσει κάτι τέτοιο· αὐτὰ εἶναι τῶν φιλοσόφων σοφίες. Οἱ ἀπόστολοι ἄκουσαν τὸ Χριστὸ νὰ λέη πρὸς τὸν παράλυτο «Ἔγινες καλά, μὴν ξαναμαρτήσεις πιά, μὴ πάθης τίποτα χειρότερο. Ἀφοῦ εἶδαν τὸν τυλφὸ ἀποροῦν καὶ κάτι τέτοια σὰ νὰ συλλογίστηκαν.  Καλὰ ἐκεῖνος ἔγινε παράλυτος ἀπὸ ἁμαρτήματα;