Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Β’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ (ΜΙGΝΕ Ρ. G. τ. 57, στ. 217-222. ΕΠΕ τ. 9, σέλ. 447-453)

 Πρό­σε­ξε ὅ­μως καὶ τὴν πί­στη καὶ τὴν ὑ­πα­κο­ὴ τῶν μα­θη­τῶν. Ὅ­ταν ἄ­κου­σαν τὸ κά­λε­σμά Του, ἦ­ταν στὴ μέ­ση τῆς ἐρ­γα­σί­ας καὶ ξέ­ρε­τε πό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὸ εἶ­ναι τὸ ψά­ρε­μα. Κι ὅ­μως δὲν ἄ­φη­σαν γι’ ἀρ­γό­τε­ρα, δὲν εἶ­παν· «Ἅ­μα γυ­ρί­σου­με στὸ σπί­τι, θὰ μι­λή­σου­με μὲ τοὺς δι­κούς μας». Ἀλ­λὰ τ’ ἄ­φη­σαν ὅ­λα καὶ Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν, ὅ­πως ἔ­κα­με ὁ Ἐ­λισ­σαῖ­ος στὰ χρό­νι­α τοῦ προ­φή­τη Ἠ­λί­α. Τέ­τοια ὑ­πα­κο­ὴ ζη­τᾶ ἀ­πὸ μᾶς ὁ Χρι­στός, ὥ­στε οὔ­τε ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο ἀ­να­βο­λὴ νὰ μὴν κά­νου­με, ἀ­κό­μα κι ἂν μᾶς βι­ά­ζει κά­τι ἀ­πὸ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα.
Γι’ αὐ­τὸ καὶ κά­ποιον ἄλ­λον, ποὺ τὸν πλη­σί­α­σε καὶ ζή­τη­σε νὰ θά­ψει τὸν πα­τέ­ρα του, οὔ­τε αὐ­τὸ δὲν τὸν ἄ­φη­σε νὰ κά­νει, δεί­χνον­τας ὅ­τι ἀ­πὸὅ­λα πρέ­πει νὰ προ­τι­μοῦ­με νὰ Τὸν ἀ­κο­λου­θή­σου­με. Καὶ ἂν ἰ­σχυ­ρι­στεῖς ὅ­τι ἦ­ταν με­γά­λη ἡ ὑ­πό­σχε­ση ποὺ τοὺς ἔ­δω­σε, θὰ ἀ­παν­τή­σω ὅ­τι γι’ αὐ­τὸ καὶ τοὺς θαυ­μά­ζω πι­ὸ πο­λύ, ἐ­πει­δὴ παρ’ ὅ­λο ποὺ ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χαν δεῖἀπ’ Αὐ­τὸν κα­νέ­να θαυ­μα­στὸ ση­μεῖ­ο, πί­στε­ψαν σὲ τό­σο με­γά­λη ὑ­πό­σχε­ση καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα τὰ θε­ώ­ρη­σαν δευ­τε­ρεύ­ον­τα μπρο­στὰ στὸ νὰ Τὸν ἀ­κο­λου­θή­σουν. Για­τί μὲ ὅ­ποια λό­γι­α πεί­στη­καν οἱ ἴ­διοι, πί­στε­ψαν ὅ­τι μὲ αὐ­τὰ θὰ μπο­ροῦ­σαν κι ἄλ­λους νὰ πεί­σουν. Αὐ­τό, λοι­πόν, ὑ­πο­σχέ­θη­κε σ’ αὐ­τούς. Σ’ ἐ­κεί­νους ὅ­μως ποὺ ἦ­ταν μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ά­κω­βο καὶ τὸν Ἰ­ω­άν­νη δὲν εἶ­πε τί­πο­τα τέ­τοιο, για­τί ἡ ὑ­πα­κο­ὴ τῶν πρώ­των ἄ­νοι­ξε ἔ­πει­τα τὸ δρό­μο καὶ σ’ αὐ­τούς. Ἐξ ἄλ­λου εἶ­χαν ἀ­κού­σει πολ­λὰ προ­η­γου­μέ­νως γι’ Αὐ­τόν.

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Κυριακή Β΄ Ματθαίου Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος (Ματθ. δ΄ 18-22) Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστὴν, ὁμιλία ιδ΄

 Γιὰ ποιό λόγο ἀναχωρεῖ; Ἐπειδὴ θέλει νὰ μᾶς διδάξη πάλι νὰ μὴν συμπλεκώμαστε μὲ τὸν πειρασμὸ ἀλλὰ νὰ ὑποχωροῦμε καὶ νὰ παραμερίζωμε μπροστά του. Δὲν εἶναι ἔγκλημα νὰ μὴ ρίχνης τὸν ἑαυτὸ σου στὸν κίνδυνο, ἀλλὰ νὰ μὴ σταθῆς μὲ γενναιότητα, ὅταν πέσης σ’ αὐτόν.  Αὐτὸ λοιπόν θέλει νὰ διδάξη καὶ νὰ διασκεδάση τὸ φθόνο τῶν Ἰουδαίων γι’ αὐτὸ ἀναχωρεῖ στὴν Καπερναούμ. Καὶ τὴν προφητεία ἐκπληρώνει καὶ βιάζεται νὰ συλλάβη στὸ δίχτυ του τοὺς δασκάλους τῆς οἰκουμένης, ἀφοῦ ἐκεῖ τοὺς εἶχε φέρει ἡ τέχνη τους. Ἐμεῖς ἄς προσέξωμεν πῶς ἔχοντας στὸ νοῦ παντοῦ νὰ φύγη στοὺς Ἐθνικούς, παίρνει ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους αἰτίες.

 

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Κυριακή Β’ Ματθαίου: Ερμηνεία στην Αποστολική περικοπή Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος (Προς Ρωμαίους, κεφ.2, χωρία 10-16)

 


Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ερμηνεία του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου στην αποστολική περικοπή της Κυριακής Β΄Ματθαίου [ομιλία ΣΤ΄ από τον υπομνηματισμό του αγίου στην Προς Ρωμαίους επιστολή] «δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι (:δόξα από τον Θεό, τιμή και έπαινος, ειρήνη και χαρά θα αποδοθεί σε καθένα, που εργάζεται το αγαθό, στον Ιουδαίο πρώτα αλλά και στον ειδωλολάτρη Έλληνα)» [Ρωμ. 2, 10].

Ποιον «Ιουδαίο» εννοεί εδώ ο απόστολος Παύλος ή για ποιους «Έλληνες» μιλάει; Για αυτούς που έζησαν πριν από την παρουσία του Χριστού. Γιατί ο λόγος δεν έφθασε ακόμη στα χρόνια της χάρης, αλλά μένει ακόμη στα προηγούμενα χρόνια, προκαθορίζοντας από μακριά και εξαφανίζοντας τη διαφορά του Έλληνα και του Ιουδαίου, ώστε, όταν το κάνει αυτό στον καιρό της χάρης, να μη φανεί πια ότι επινοεί κάτι το νέο και ενοχλητικό. Εάν λοιπόν στα προηγούμενα χρόνια, όταν δεν έλαμψε ακόμη η τόσο μεγάλη χάρη, όταν τα πράγματα των Ιουδαίων ήταν σε όλους σεβαστά και ξακουστά και λαμπερά, δεν υπήρχε καμία διαφορά, ποιο λόγο θα μπορούσε να πει στη συνέχεια ύστερα από την τόσο μεγάλη φανέρωση της χάρης;
Γι’ αυτό ακριβώς και με πολλή φροντίδα το ετοιμάζει αυτό. Γιατί πραγματικά ο ακροατής, αφού μάθει ότι αυτό επικρατούσε στα προηγούμενα χρόνια, θα το παραδεχτεί αυτό πολύ περισσότερο μετά την πίστη.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ (ΡΩΜ. 2, 10-16) ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ν. Καλλιπόλεως Πειραιῶς

 Τήν Κυριακή Β΄ Ματθαίου ἐμμελῶς ἀπαγγέλλεται στούς Ἱερούς Ναούς τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ Ἀπ. Παύλου, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό 2ο κεφάλαιο καί περιλαμβάνει τούς στίχους 10-16.
Ἀφήνοντας τούς δύο πρώτους στίχους (10-11) διά τό εὐκολονόητον («Δόξα δέ καί τιμή καί εἰρήνη παντί τῶ ἐργαζομένω τό ἀγαθόν, Ἰουδαίω τε πρῶτον καί Ἕλληνι˙ οὐ γάρ ἐστι προσωποληψία παρά τῶ Θεῶ»), σπεύδουμε νά παρουσιάσουμε τήν ἑρμηνεία, πού δίδει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης[1] στούς ὑπολοίπους στίχους.


Ὁ στίχος 12 λέει : «Ὅσοι γάρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καί ἀπολοῦνται˙ καί ὅσοι ἐν νόμω ἥμαρτον, διά νόμου κριθήσονται».
Σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὅτι μέ τά παραπάνω λόγια ὁ Ἀπ. Παῦλος δείχνει ὅτι, κατά τήν τιμωρία, βαρύτερα κολάζεται ὁ Ἰουδαῖος ἀπό τόν Ἕλληνα (εἰδωλολάτρη), διότι οἱ μέν Ἕλληνες (εἰδωλολάτρες), λέει, «ἀνόμως ἥμαρτον», δηλ. χωρίς νά ἔχουν τήν διδασκαλία καί τήν κατήχηση τοῦ γραπτοῦ νόμου, γι’αὐτό καί «ἀνόμως ἀπολοῦνται», δηλ. ἐλαφρότερα θά κολασθοῦν, ἐπειδή δέν ἔχουν τόν γραπτό νόμο νά τούς κατηγορεῖ. Γιατί, τό «ἀνόμως», σημαῖνει τό «χωρίς τήν κατάκριση τοῦ γραπτοῦ νόμου». Ὁ δέ Ἰουδαῖος, ἐπειδή ἁμάρτησε μέ τόν γραπτό νόμο, δηλ. ἔχοντας τήν διδασκαλία καί τήν κατήχηση τοῦ γραπτοῦ νόμου, γι’αὐτό καί θά κριθεῖ, δηλ. θά κατακριθεῖ, μέ τόν γραπτό νόμο, ἐπειδή ὁ νόμος σφοδρότερα στέκεται καί τόν κατηγορεῖ ὅτι τόν παρέβη καί ἀκολούθως τοῦ προξενεῖ μεγαλύτερη καταδίκη.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Κυριακή Β΄ Ματθαίου – Συνείδησις +Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου Συνείδησις

 Συνείδησις

 «…Οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων» (Ῥωμ. 2,15)

Αὐτά, ἀγαπητοί μου, εἶνε λόγια τοῦ ἀποστόλου ποὺ ἀκούσαμε σήμερα. Λόγια ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ. Εἶνε χρυσάφι, ἀκριβὰ νομίσματα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰκάνουμε λιανά, νὰ τὰ ἐξηγήσουμε.

Ἐάν, ἀγαπητοί μου, ὑπάρχῃ μιὰ ἀλήθειαποὺ λάμπει σὰν τὸν ἥλιο, αὐτὴ εἶνε ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀποδείξεις; Ἀναρίθμητες. Ἀπόδειξις ὅτι ὑπάρχει Θεὸς εἶνε τὰ ἔργα του. Ὁ ἥλιος π.χ., ποὺ εἶνε  ἕνα τεράστιο ἀνεξάντλητο ἐργοστάσιο ἠλεκτρισμοῦ· τὸ φεγγάρι, ποὺφωτίζει γλυκὰ τὴ νύχτα· τὰ ἀμέτρητα ἀστέρια τοῦ στερεώματος· ἡ γῆ αὐτὴ ποὺ κατοικοῦμε μὲ ὅλο τὸν πλοῦτο της· ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη,ποὺ εἶνε γεμάτη ψάρια· ἡ ξηρὰ ὅπου φυτρώνουν τόσα φυτὰ καὶ ζοῦν τόσα ζῷα μικρὰ καὶ μεγάλα· τί λέω; ἕνα κουκκὶ ἄμμου, ἕνα μόριο τῆς ὕλης ποὺ δὲν τό ᾿χουμε γιὰ τίποτα, κλείνει μέσα του τέτοια δύναμι, ποὺ μπορεῖ νὰ κινήσῃ ἕνα ὑπερωκεάνιο ἢ νὰ τρυπήσῃ ἕνα βουνό. Ὅλα λοιπὸν κηρύττουν τὴν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ. «Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας» (Ψαλμ. 103,24).

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων. Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38· ιθ΄ 27-30 Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

 Ὁμιλία κε΄ ἐκφωνηθῆσα τὴν Κυριακὴν τῶν Ἁγ. Πάντων


Θαυμαστὸς ὄντως ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ.
Εἶναι στ’ ἀλήθεια θαυμαστὸς ὁ Θεὸς στὰ ἔργα τῶν ἁγίων του. Ὅταν φέρη κανένας στὸ νοῦ του τοὺς ὑπεράνθρωπους ἀγῶνες τῶν μαρτύρων, πῶς μὲ τὴν ἀσθενικὴ σάρκα τους ντρόπιασαν τὸν ἰσχυρὸ στὸ κακό, πῶς δὲν εἶχαν  συναίσθηση τῶν πόνων καὶ τῶν τραυμάτων καθὼς ἔρριχναν τὸ σῶμα τους σὲ ἀγῶνα μὲ τὴ φωτιά, μὲ τὸ ξίφος, μὲ τὰ διάφορα εἴδη θανατηφόρων βασανιστηρίων, ἀντιπαλεύοντας μὲ τὴν ὑπομονή. Ὅταν φέρη κανένας στὸ νοῦ ὅτι κομμάτιαζαν τὶς σάρκες τους, κι ἔσπαζαν τὶς κλειδώσεις τους, καὶ τσάκιζαν τὰ κόκκαλά τους, αὐτοὶ ὅμως φύλαγαν ἀκέραια, κι ἀπείραχτη κι ἀσάλευτη τὴ πίστη τους.  Γι’ αὐτὸ καὶ πῆραν χάρισμα τὴν ἀδιαφιλονίκητη σοφία τοῦ Πνεύματος καὶ τὴ δύναμη γιὰ θαύματα.
Ὅταν ἀναλογιστῆ τὴν ὑπομονὴ τῶν ὁσίων, πῶς ὑπέφεραν θεληματικὰ σὰ νὰ ἦσαν ἀσώματοι τὶς πολυήμερες νηστεῖες, τὶς ἀγρυπνίες, τὶς διάφορες ἄλλες ταλαιπωρίες τοῦ σώματος, πῶς ἀντιστάθηκαν ὡς τὸ τέλος τὰ πονηρὰ πάθη, στὰ διάφορα εἴδη τῆς ἁμαρτίας, στὸν πόλεμο ποὺ διεξάγεται ἀοράτος μέσα μας, στὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, στὶς πνευματικὲς δυνάμεις τῆς κακίας καὶ πῶς ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος ἔλιωνε κι ἀφανιζόταν, ὁ ἐσωτερικὸς ὅμως ἄνθρωπος ἀνανεωνόταν καὶ θεοποιοῦνταν –καὶ γι’ αὐτὸ τοὺς δόθηκε ἡ χάρη νὰ θεραπεύουν καὶ νὰ πραγματοποιοῦν ἔργα δυνάμεως. Ὅταν κανένας τὰ συλλογιστῆ αὐτὰ καὶ κάνη τὴ σκέψη ὅτι αὐτὰ ξεπερνοῦν τὴν ἀνθρώπινη φύση, θαυμάζει καὶ δοξολογεῖ τὸ Θεό, ποὺ τοὺς ἔδωσε τὸση χάρη καὶ δύναμη. Γιατὶ ἄν εἶχαν τὴν προαίρεση τὴν ἀγαθὴ καὶ πολὺ ὡραία, ὅμως χωρις τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ δὲ θὰ ἀποχτοῦσαν τὴ δύναμη νὰ γίνουν ὑπεράνθρωποι κι ἐνῶ ἦσαν ἄνθρωποι σωματικοὶ νὰ νικήσουν τὸν ἀσώματο ἐχθρό.
 

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

ΣΥΝ ΠΑΣΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ Ὁ Πρόλογος καί ὁ Ἐπίλογος εἰς τούς «Βίους τῶν Ἁγίων» Ἁγ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ Πόποβιτς

 Πρό τῆς ἐλεύσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ εἰς τόν ἐπίγειόν  κόσμον μας, ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἠξεύραμεν μόνον τόν θάνατον.καί ὁ θάνατος ἡμᾶς. Κάθε τί τό ἀνθρώπινον ἦτο διαπεποτισμένον μέ τόν θάνατον, αἰχμαλωτισμένον καί κατανικημένον ἀπ᾽ αὐτόν. Ὁ θάνατος μᾶς ἦτο πλησιέστερος καί ἀπό τόν ἑαυτόν μας καί περισσότερον πραγματικός ἀπό ἡμᾶς τούς ἰδίους. δυνατώτερος, ἀσυγκρίτως δυνατώτερος, ἀπό κάθε ἄνθρωπον χωριστά καί ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους μαζί. Ἡ γῆ ἦτο μία φρικαλέα φυλακή τοῦ θανάτου καί ἡμεῖς ἀνίσχυροι δέσμιοι καί δοῦλοι του (πρβλ. Ἑβρ. 2, 14-15). Μόνον μέ τήν ἔλευσιν τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ «ἡ ζωή ἐφανερώθη». ἐφανερώθη «ἡ ζωή ἡ αἰώνιος» εἰς τούς ἀπηλπισμένους θνητούς, τούς ἀθλίους δούλους τοῦ θανάτου, ἡμᾶς (πρβλ. 1 Ἰωάνν. 1, 2). Αὐτήν τήν «ζωήν αἰώνιον»

«ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν». αὐτήν ἡμεῖς οἱ χριστιανοί «μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν» πρός πάντας (1 Ἰωάνν. 1, 1-2). Διότι ζῶντες ἐν κοινωνίᾳ μέ τόν Σωτῆρα Χριστόν, ζῶμεν ἤδη ἐδῶ εἰς τήν γῆν τήν αἰωνίαν ζωήν (πρβλ. 1 Ἰωάνν. 1, 3). Ἀπό προσωπικήν μας ἐμπειρίαν τό γνωρίζομεν: Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι «ὁ ἀληθινός Θεός καί ζωή αἰώνιος». Διά τοῦτο καί ἦλθεν Αὐτός εἰς τόν κόσμον: διά νά μᾶς δείξῃ τόν ἀληθινόν Θεόν καί ἐν Αὐτῷ τήν αἰωνίαν ζωήν (1 Ἰωάνν. 5, 11).

 

Κυριακή των Αγίων Πάντων Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος (Ματθ. ι΄32-33, 37-38, ιθ΄27-30)

 Eπιλεγμένα αποσπάσματα από τον υπομνηματισμό του αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής των Αγίων Πάντων (ομιλία ΛΔ΄ από το υπόμνημα του αγίου στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)


Υπομνηματισμός των χωρίων Ματθ. ι΄32-33

[…] Αφού απάλλαξε τους μαθητές Του από τον φόβο και την αγωνία που συντάρασσαν την ψυχή τους, τους ενθαρρύνει και πάλι με τα ακόλουθα λόγια, εκβάλλοντας τον φόβο με τον φόβο, και όχι μόνο με τον φόβο, αλλά και με την ελπίδα για μεγάλα έπαθλα. Και τους απειλεί με πολλή εξουσία, προτρέποντάς τους από κάθε άποψη στο να κηρύττουν με θάρρος την αλήθεια και καταλήγει με τα ακόλουθα: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς (: Καθένας λοιπόν που με πίστη και θάρρος και χωρίς να φοβάται τους διωγμούς, θα με ομολογήσει σωτήρα του και Θεό του μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ μπροστά στον ουράνιο πατέρα μου ως δικό μου.
Όποιος όμως με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα αρνηθώ και εγώ να τον παραδεχθώ ως δικό μου μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου) [Μτθ. ι΄32-33]. Δεν προτρέπει, λοιπόν, μόνο με τα αγαθά, αλλά και με τα αντίθετα και καταλήγει στα δυσάρεστα. Και πρόσεξε την ακρίβεια των λόγων Του. Δεν είπε «ἐμένα» αλλά «ἐν ἐμοὶ», για να δείξει ότι αυτός που ομολογεί δεν ομολογεί με τη δική του δύναμη, αλλά με τη βοήθεια της χάριτος από τον ουρανό. Για εκείνον που το αρνείται όμως δεν είπε «ἐν ἐμοὶ» αλλά «ἐμένα», διότι αυτός, επειδή στερήθηκε τη δωρεά, Τον αρνείται κατ’ αυτόν τον τρόπο.