Στήν ἐποχὴ μας λησμονεῖται ἡ ἀνάσταση. Παραμερίζεται ἀκόμα καὶ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι καὶ οἱ ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἀνθρωπίνη ψυχὴ δέν τὴν ἀντιμετωπίζουν συνήθως ὡς ὀντολογικὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς βιολογικὴ λειτουργία του. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ζεῖ καὶ πεθαίνει χωρὶς καμία ἰδιαίτερη προοπτικὴ πέρα ἀπὸ τὴν βιολογικὴ ὕπαρξη καὶ τὴν βιογραφικὴ δραστηριότητά του. Μέσα στό πλαίσιο αὐτὸ δέν εἶναι δύσκολο νά κατανοηθεῖ καὶ ἡ διάχυτη ἀπαισιοδοξία του, ὅσο καὶ ἂν θέλει καὶ προσπαθεῖ νά ἀφήσει τὴν ἐλπίδα του νά πεθάνει τελευταία.
Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη καὶ μονιμότερη ἀπειλή γιά τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ δέν τὸν προσβάλλει μόνο ἄμεσα μὲ τὴν ἔλευσή του ἀλλὰ καὶ ἔμμεσα. Τὸν προσβάλλει σὲ κάθε φάση καὶ καμπὴ τῆς ζωῆς του. Μὲ κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε πόνο, μέσα ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ κάθε ἀποτυχία, πίσω ἀπὸ κλονισμὸ καὶ ἀδυναμία κρύβεται ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου.
Ἡ πίστη σὲ κάποια μορφὴ μεταθανάτιας ζωῆς μετρίαζε παλαιοτέρα κάπως τὸ μέγεθος τῆς ἀπειλῆς. Ὁ νεωτερικὸς ἄνθρωπος θέλησε νά περιορίσει ἤ ἀκόμα καὶ νά ἑξαφανίσει κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μὲ τὴν πίστη του στήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δέν ἄργησε νά φανεῖ τελείως οὐτοπικό. Ἔτσι στήν ἐποχὴ μας ὁ ἄνθρωπος φαίνεται νά εἶναι ἐκτεθειμένος στήν ἀπαισιοδοξία περισσότερο ἀπὸ κάθε προηγουμένη ἐποχή, παρὰ τὴν ἀσυλλήπτη πρόοδό του στήν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνολογία.