Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Μεγάλη Τρίτη Γεώργιος Δορμπαράκης

 «Αφού λάβεις κατά νου, ψυχή μου, την ώρα του τέλους σου, και δειλιάσεις από την εκκοπή της συκιάς (στην οποία προέβη ο Χριστός λόγω της ανυπαρξίας των καρπών της), εργάσου με φιλοπονία, ταλαίπωρε, το τάλαντο που σου δόθηκε, μένοντας σε εγρήγορση και φωνάζοντας δυνατά: “Ας μη μείνουμε έξω από τον νυμφώνα του Χριστού”.

(«Τὴν ὥραν, ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα, καὶ τὴν ἐκκοπήν τῆς συκῆς δειλιάσασα, τὸ δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως ἔργασαι, ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καὶ κράζουσα, Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».)

Μεγάλη Τρίτη

1. Το παραπάνω κοντάκιο της Μ. Τρίτης σε λίγες γραμμές μας θέτει στην πορεία της αληθινής εν Χριστώ ζωής. «Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ»: μας καλεί ο υμνογράφος, δηλ. η Εκκλησία μας, να μη μείνουμε έξω από το νυμφώνα του Χριστού. Ποιος είναι ο νυμφώνας; Μα ο ίδιος ο Χριστός και η σχέση μας μαζί Του. Εκείνος είναι ο νυμφίος και ο κάθε πιστός η νύμφη ψυχή. Σκοπός μας είναι ακριβώς να παραμένουμε πάντοτε ενωμένοι μαζί Του, όπως συμβαίνει στη σχέση του νυμφίου με τη νύμφη. Αυτό συνιστά και τον Παράδεισο και τη Βασιλεία του Θεού. Γι’ αυτό άλλωστε και ήλθε και έγινε άνθρωπος: να μας παραλάβει και να μας ενσωματώσει στο άγιο Σώμα Του, την Εκκλησία. Να μας κάνει κλαδιά στο δέντρο που είναι Εκείνος. «Ἐγὼ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα». Ο κάθε πιστός συνιστά, μετά το άγιο βάπτισμά Του, με το οποίο ενδύθηκε τον Χριστό, μια προέκταση Εκείνου, μια άλλη παρουσία Του μέσα στον κόσμο. 

Μεγάλη Δευτέρα βράδυ Νευράκης Νικόλαος

 Ο ανίκητος στρατός της Εκκλησίας, αγαπητοί, σαλπίζει απόψε για δεύτερη φορά πνευματικό συναγερμό και καλεί τους στρατιώτες του παμβασιλέως Ιησού να βρίσκονται σε επιφυλακή.

Χθες η Εκκλησία τίμησε τη μνήμη του Ιωσήφ του παγκάλου και υπενθύμισε το θαύμα της καταρασθείσης και ξηρανθείσης ακάρπου συκής. Σήμερα με τους επίσης βαθυστόχαστους ύμνους της μας υπενθυμίζει τις αριστουργηματικές παραβολές των δέκα παρθένων και των ταλάντων. Ας φέρουμε στη μνήμη μας τις διδακτικότατες και σωτήριες αυτές ιστορίες. Έχουν κάτι μεγάλο και ωφέλιμο να μας πουν.

Η παραβολή των δέκα παρθένων (Ματθ. κεφ. 25) μας πληροφορεί πώς γινόταν στα χρόνια του Κυρίου ένας Ισραηλιτικός γάμος. Σύμφωνα με την ωραιότατη αυτή διήγηση, ο νυμφίος πήγαινε με τους φίλους του στο σπίτι της νύμφης και απ’ εκεί όλοι μαζί γύριζαν στο σπίτι του νυμφίου. Σε κάποια απόσταση από το σπίτι του γαμπρού κοπέλες αγνές οδηγούσαν με πολλή φωταγωγία την όλη πομπή και μετά άρχιζε το γλέντι του ευτυχούς γεγονότος.

 

Για την ελεημοσύνη και για τις δέκα παρθένες Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος Ομιλία γ΄

 

1.α. Θυμάστε άραγε πώς άρχισε ο προηγούμενος λόγος μου και πώς τελείωσε, ή από ποιο θέμα άρχισαν και σε πιο κατέληξαν τα λόγια της προηγούμενης ομιλίας μου; Όμως νομίζω πως λησμονήσατε πώς τελείωσε ο λόγος μου, αλλά εγώ θυμάμαι και δεν σας κατακρίνω γι’ αυτό ούτε σας κατηγορώ. Γιατί ο καθένας από εσάς έχει γυναίκα, ασχολείται με τα παιδιά του, και φροντίζει για όλα τα πράγματα του σπιτιού. Και άλλοι ασχολούνται με τα στρατιωτικά, άλλοι είναι χειροτέχνες και ο καθένας σας ασχολείται με τις διάφορες ανάγκες του. Εγώ όμως καταγίνομαι μ’ αυτά, αυτά μελετώ και μ’ αυτά περνώ τον χρόνο μου, ώστε δεν είσαστε αξιοκατάκριτοι γι’ αυτό, αλλά αξιέπαινοι για την προθυμία σας, αφού ούτε μια Κυριακή δεν εγκαταλείπετε την εκκλησία.

«Τά τάλαντα…» Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

 

Πρόσεξε δέ ὅτι παντοῦ δέν ἀπαιτεῖ ἀμέσως αὐτά πού ἐνεπιστεύθη. Διότι εἰς τήν παραβολήν τοῦ ἀμπελῶνος (Ματθ. 21, 33), ἀφοῦ τόν παρέδωκεν εἰς τούς γεωργούς, ἀπεδήμησε. Καί ἐδῶ ἐνεπιστεύθη τά τάλαντα καί ἀπεδήμησε. Διά νά μάθῃς μ᾽ αὐτό τήν μακροθυμίαν Του. Ἐγώ δέ νομίζω ὅτι λέγοντας αὐτά ὑπαινίσσεται καί τήν Ἀνάστασιν. Μόνον πού ἐδῶ δέν ἀναφέρονται πλέον γεωργοί καί ἀμπελών, ἀλλά ὅλοι εἶναι ἐργάται. Διότι δέν ἀναφέρεται μόνον στούς ἄρχοντας, οὔτε στούς Ἰουδαίους, ἀλλά σέ ὅλους. Καί ἐκεῖνοι μέν πού προσφέρουν ὁμολογοῦν μέ εὐγνωμοσύνη καί τά ἰδικά τους, ἀλλά καί ὅσα τούς ἔδωκεν ὁ δεσπότης. Ἔτσι ὁ μέν ἕνας λέγει: «Κύριε, πέντε τάλαντα μοῦ ἔδωσες», ὁ δέ ἄλλος λέγει «δύο», δεικνύοντες ὅτι ἀπό Ἐκεῖνον ἔλαβαν τό κεφάλαιον τῆς ἐργασίας των, καί Τοῦ ἀναγνωρίζουν μεγάλην χάριν, καί ἀποδίδουν τό πᾶν εἰς Αὐτόν.

Τί λέγει λοιπόν ὁ δεσπότης; «Εὖγε, δοῦλε καλέ» (διότι αὐτό εἶναι ἴδιον τοῦ ἀγαθοῦ, τό νά βλέπῃ εἰς τόν πλησίον) «καί πιστέ· εἰς ὀλίγα ἐφάνηκες πιστός, εἰς πολλά θά σέ ἐγκαταστήσω. Εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου», δηλώνων μέ τήν ἀπάντησιν αὐτήν ὅλην τήν μακαριότητα. Δέν μιλάει ὅμως καί ὁ ἄλλος ἔτσι, ἀλλά πῶς; «Ἐγνώριζα ὅτι εἶσαι σκληρός ἄνθρωπος καί ὅτι θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἔσπειρες καί μαζεύεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἐσκόρπισες. Καί ἐπειδή ἐφοβήθηκα, ἔκρυψα τό τάλάντόν σου. Ὁρίστε, πάρε πίσω αὐτό πού εἶναι ἰδικόν σου». Τί τοῦ ἀπαντᾶ λοιπόν ὁ Δεσπότης; «Ἔπρεπε νά βάλῃς τά χρήματά σου στούς τραπεζίτας», δηλαδή, ἔπρεπε νά ὁμιλήσῃ, νά παραινέσῃ, νά συμβουλεύσῃ. Ἀλλά δέν πείθονται; Αὐτό δέν ἀφορᾷ ἐσένα. Τί θά μποροῦσε νά γίνῃ περισσότερο λογικό ἀπό αὐτό;

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ Ἀπόστιχα ἰδιόμελα.

 «Δεῦτε, πιστοί, ἐπεργασώμεθα προθύμως τῷ Δεσπότῃ· νέμει γάρ τοῖς δούλοις τόν πλοῦτον καί ἀναλόγως ἕκαστος, πολυπλασιάσωμεν τό τῆς χάριτος τάλαντον· ὁ μέν σοφίαν κομιείτω δι᾽ ἔργων ἀγαθῶν· ὁ δέ λειτουργίαν λαμπρότητος ἐπιτελείτω· κοινωνείτω δέ τοῦ λόγου πιστός τῷ ἀμυήτῳ καί σκορπιζέτω τόν πλοῦτον πένησιν ἄλλος· οὕτω γάρ τό δάνειον πολυπλασιάσομεν καί ὡς οἰκονόμοι πιστοί τῆς χάριτος δεσποτικῆς χαρᾶς ἀξιωθῶμεν· αὐτῆς ἡμᾶς καταξίωσον, Χριστέ ὁ Θεός, ὡς φιλάνθρωπος».

Ἐλᾶτε, πιστοί, νά δουλέψουμε πρόθυμα στό Δεσπότη· διότι μοιράζει ἀπό ἀγαθότητα τόν πλοῦτο στούς δούλους, καί ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τίς δυνατότητές του ἄς πολλαπλασιάσουμε τό τάλαντον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἕνας ἄς παρουσιάσει σοφία μέ ἔργα ἀγαθά, ὁ ἄλλος ἄς προσφέρει (στό σύνολο) ὑπηρεσίες λαμπρές· ὁ πιστός ἄς μεταδίδει τό θεῖο λόγο σ᾽ αὐτόν πού τόν ἀγνοεῖ καί ὁ ἄλλος ἄς σκορπίζει τόν ὑλικό πλοῦτο του στούς φτωχούς. Διότι ἔτσι, ὡς πιστοί οἰκονόμοι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, θ᾽ ἀξιωθοῦμε νά λάβουμε τή δεσποτική θεία χαρά. Αὐτή ἀξίωσέ μας ν᾽ ἀποκτήσουμε, Χριστέ ὁ Θεός, ὡς φιλάνθρωπος.

Ἡ καλλιέργεια τῶν ταλάντων πού δίνει ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους, γίνεται κατά πολλούς τρόπους ἀνάλογα μέ τήν προθυμία, τίς ἰδιαίτερες συνθῆκες καί τίς δυνατότητες πού διαθέτουν οἱ ἄνθρωποι. Ὅλοι δέν εἴμαστε τό ἴδιο. Ὁ καθένας μας φέρει τή δική του ἀτομικότητα, τό δικό του χαρακτήρα, τίς δικές του δεξιοτεχνίες καί τίς ἰδιαίτερες κοινωνικές συνθῆκες, στίς ὁποῖες βρίσκεται καί λειτουργεῖ.

 

Η ΞΗΡΑΝΘΕΙΣΑ ΣΥΚΙΑ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ

 1]1.  Μέ ὠθεῖ νά μιλήσω ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού δέν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τούς πατρικούς κόλπους καί κυοφορήθηκε ἀπερίγραπτα στά σπλάχνα τῆς Παρθένου. Αὐτός πού ἔγινε γιά μένα ὅ,τι ἐγώ εἶμαι, Αὐτός πού εἶναι ἀπαθής ὡς πρός τήν θεότητά Του καί περιβλήθηκε ὡστόσο ὁμοιοπαθές μέ ἐμένα σῶμα. Αὐτός πού στόν οὐρανό ἐποχεῖται πάνω στά χερουβικά ἅρματα καί πάνω στή γῆ καβαλικεύει σέ γαϊδουράκι (πρβλ. Ματθ. 11, 7-9).

Ὁ βασιλιάς τῆς δόξας, Αὐτός πού μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Πνεῦμα εὐφημεῖται ἀπό τά Σεραφίμ ὡς ἅγιος καί δέχεται τά ψελλίσματα τῶν παιδιῶν ἀπό τήν ἄκακη γλώσσα τους. Αὐτός πού εἶναι Θεός καί ἔχει τή μορφή δούλου καί πού ἔλαβε τή μορφή τοῦ δούλου. Αὐτός πού εἶναι ἄυλος καί ἀόρατος Θεός καί δέχτηκε νά λάβει ὁρατό καί ψηλαφητό σῶμα. Αὐτός πού βάδισε ἀκούσια στό πάθος, γιά νά μοῦ χαρίσει τήν ἀπάθεια. Αὐτός ὁ Ὁποῖος βλέποντας τόν ἄνθρωπο, πού ἔπλασε σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα Του καί τήν ὁμοίωσή Του, τό πλάσμα τῶν χεριῶν Του, νά ἔχει δελεαστεῖ ἀπό τήν ἀπάτη τοῦ φιδιοῦ, ἐκεῖνον νά ἔχει πέσει στήν παράβαση τῆς ἐντολῆς Του καί νά ἔχει γίνει ὑποχείριος τῆς φθορᾶς καί ὑπόλογος θανάτου, δέν ἄντεξε.

 

Ἡ συκιὰ τοῦ Εὐαγγελίου Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής

 

Ποιὰ εἶναι ἡ συκιὰ τοῦ Εὐαγγελίου πού, φαινομενικὰ, ξεράθηκε παράλογα; Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ἀκρότατη πείνα πού ζητοῦσε καρπὸ πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα; Καὶ τί σημαίνει, γιὰ ἕνα ἀναίσθητο πράγμα, ἡ κατάρα; (Μάρκ. 11, 12-14, Ματθ. 21, 18)

ΑΠΟΚΡΙΣΗ

Ὁ Θεὸς Λόγος ποὺ οἰκονομεῖ τὰ πάντα γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, παιδαγώγησε πρῶτα τὴ φύση μας μὲ τὸ νόμο ποὺ περιέχει σωματικότερη λατρεία. Γιατί ἡ ἀνθρώπινη φύση δὲν μποροῦσε νὰ δεχτεῖ τὴν ἀλήθεια γυμνὴ ἀπὸ τυπικὰ προκαλύμματα, ἐξαιτίας τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς ἀλλοτρίωσης ποὺ τῆς εἶχε προκληθεῖ σέ σχέση μέ τὰ ἀρχέτυπα Θεία πράγματα.

Ὅταν λοιπόν, γεννήθηκε στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος καί προσέλαβε ἑκούσια σάρκα ‒ἡ ὁποία εἶχε νοερή καὶ λογικὴ ψυχή‒ καί ὡς Λόγος μετέφερε τὴ φύση μας στὴν ἄυλη, γνωστική, πνευματικὴ λατρεία, δὲν ἤθελε ‒ἐφόσον πλέον φάνηκε στὴ ζωὴ ἡ ἀλήθεια‒ νὰ ἐξουσιάζει τόν κόσμο τό σκοτάδι, ποὺ τύπος του ἦταν ἡ συκιά.

«Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός…» Γεώργιος Δορμπαράκης (Όρθρος Μ. Δευτέρας)

 Στηριγμένο το μεσονυκτικό τροπάριο «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται…» στην παραβολή του Κυρίου των δέκα παρθένων, δίνει το στίγμα της απαρχής της Μεγάλης Εβδομάδας: ο Κύριος, ο νυμφίος κάθε ανθρώπινης ψυχής, έρχεται εν τω μέσω της νυκτός.

ὁ Νυμφίος ἔρχεται 

1. Αυτό σημαίνει καταρχάς ότι το κύριο γνώρισμα της σχέσης του Χριστού με εμάς είναι η αγάπη. Κι όχι απλώς μια αγάπη κινούμενη μέσα σε συμβατικά τυπικά πλαίσια, αλλά μια αγάπη χωρίς όρια, την οποία ακροθιγώς μπορούμε να ψηλαφήσουμε στη σχέση του ερωτευμένου απέναντι στην ερωμένη του. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν…». Και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά, αφού ο Κύριος μας απεκάλυψε -«Ἐκείνος ἐξηγήσατο»- ότι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί». Ο Θεός μας λοιπόν που ενανθρώπησε εν προσώπω Ιησού Χριστού είναι Εκείνος που γίνεται ο νυμφίος μας, γιατί μέσα στην άπειρη αγάπη Του προς εμάς, τους αμαρτωλούς ανθρώπους, μας προσλαμβάνει στον εαυτό Του και μας κάνει ένα μ’ Εκείνον: ανθρωποπαθώς μιλώντας, η σκέψη Του, η καρδιά Του, η επιθυμία Του είναι σε μας, όπως του ερωτευμένου είναι στην ερωμένη του.