Καθώς προχωροῦμε ὅλο καί βαθύτερα στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μποροῦμε, μέ ὁλοένα αὐξανόμενη εὐγνωμοσύνη καί χαρά (μιά χαρά εἰρηνική καί θριαμβική μαζί) νά ἐπαναλάβουμε τά λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ· «Ζήσεται ἡ ψυχή μου καί αἰνέσει σε» (Ψαλμ. 118, 175)14.
Τήν πρώτη ἑβδομάδα εἴδαμε νά ἐκπληρώνονται ὅλες οἱ ὑποσχέσεις περί σωτηρίας πού δίδονται στήν Παλαιά Διαθήκη· ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, ἡ σωτηρία ἦρθε, ἔχουμε κάθε δυνατότητα νά ἐλπίζουμε. Κατόπιν, τή δεύτερη ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἴχαμε τήν περίλαμπρη διακήρυξη ὅλων τῶν ῾Αγίων τῆς Χριστιανοσύνης, ὅτι ὄχι μόνον ἦρθε καί κατοίκησε ἀνάμεσά μας ὁ Θεός, ἀλλά καί ἐξέχυσε πάνω μας, πάνω στήν ᾿Εκκλησία καί σέ κάθε ἀνθρώπινη ψυχή πού εἶναι ἕτοιμη νά Τόν δεχθεῖ, τήν παρουσία, τό μεταμορφωτικό δῶρο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο μᾶς κάνει σταδιακά νά μετέχουμε ὅλο καί βαθύτερα στόν Ζώντα Θεό, μέχρις ὅτου μιά μέρα γίνουμε κοινωνοί τῆς θείας Αὐτοῦ φύσεως.