Ἡ σημερινὴ περικοπή, ποὺ περιγράφει τὴ θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς Τυφλοῦ, κάνει λόγο γιὰ τὸ Φῶς τῆς ζωῆς, τὸ Φῶς τὸ Οὐράνιο, τὸν Χριστό. Παρατηρεῖται σὲ αὐτὴ ἀνάλογη κλιμάκωση στὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ σὲ σχέση μὲ τὴν περικοπὴ τῆς προηγούμενης ἑβδομάδας. Ἡ Σαμαρείτιδα καὶ ὁ Τυφλὸς θεωροῦν ἀρχικὰ τὸν Χριστὸ ὡς ἄνθρωπο, στὴ συνέχεια ἀναγνωρίζουν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι κάποιος ἀπὸ τοὺς Προφῆτες, ἐνῶ στὸ τέλος Τὸν προσκυνοῦν ὡς τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου.
Ὁ Κύριος ἤδη βρισκόταν ἀντιμέτωπος μὲ τὸ ἀναβράζον μίσος τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὴν πρόφαση ὅτι καταργοῦσε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, Τὸν ἐκδίωκαν ἀπὸ παντοῦ ὡς βλάσφημο, θορυβημένοι ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀποκαλοῦσε τὸν Ἑαυτό Του Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Τὸν εἶχαν κάνει τρόπον τινὰ ἀποσυνάγωγο καὶ Τοῦ εἶχαν στερήσει τὴ διδασκαλικὴ καθέδρα. Ὁ Κύριος ὅμως δὲν εἶχε ἀκόμη τελειώσει «τὸ ἔργον τοῦ Πέμψαντος Αὐτόν»[1]. Ἐφόσον δὲν Τοῦ ἐπέτρεπαν πλέον νὰ διδάσκει, τοὺς ἔστειλε τὸ «σημεῖο» Του, ἕνα ἁπλὸ ἄνθρωπο, τὸν ἐκ γενετῆς Τυφλό, γιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν τύφλωση ὅσων νόμιζαν ὅτι ἦταν σοφοὶ καὶ διδάσκαλοι τοῦ Ἰσραήλ.
Ὁ νοῦς τῶν μαθητῶν πρὶν τὴν ἐπιδημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἦταν ἀκόμη χοϊκός, γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ἀντίκρισαν τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐκ γενετῆς εἶχε στερηθεῖ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του, ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν Διδάσκαλό τους λογικὴ ἐξήγηση σχετικὰ μὲ τὴν αἰτία τῆς ἀναπηρίας. Δύο ἐνδεχόμενα περνοῦσαν ἀπὸ τὸν νοῦ τους: Ἢ ὅτι ἡ τύφλωση ὀφείλετο στὶς προσωπικές του ἁμαρτίες εἴτε στὶς ἁμαρτίες τῶν προγόνων του. Οἱ Ἀπόστολοι ἔθεσαν τὴν ἐρώτηση στὸ ἀνθρώπινο ἐπίπεδο, ὁ Κύριος ὅμως διανοίγει ἄλλη προοπτικὴ στὸ θέμα. Ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξιχνιάσει «κριμάτων Αὐτοῦ ἀβύσσους»[2].