«Ἡ πρώην ἄσωτος γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, μισήσασα τὰ ἔργα τῆς αἰσχρᾶς ἁμαρτίας καὶ ἡδονὰς τοῦ σώματος, διενθυμουμένη τὴν αἰσχύνην τὴν πολλήν καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως, ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι. Ὦν πὲρ πρῶτος πέλω, καὶ πτοοῦμαι, ἀλλ᾿ ἐμμένω τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ ὁ ἄφρων. Ἡ πόρνη δὲ γυνή, καὶ πτοηθεῖσα καὶ σπουδάσασα ταχύ, ἦλθε βοῶσα πρὸς τὸν Λυτρωτήν: Φιλάνθρωπε καὶ οἰκτίρμον, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με». (οίκος του κοντακίου του όρθρου).
(Η πρώην άσωτη γυναίκα, ξαφνικά φάνηκε σώφρων, γιατί μίσησε τα έργα της αισχρής αμαρτίας και τις ηδονές του σώματος. Κι αυτό γιατί θυμήθηκε την πολλή ντροπή και την κρίση της κόλασης, την οποία θα υποστούν οι πόρνοι και οι άσωτοι. Από αυτούς (τους πόρνους και άσωτους) πρώτος είμαι εγώ, και φοβάμαι, αλλά μένω προσκολλημένος στην πονηρή μου συνήθεια ο άφρων. Η πόρνη όμως γυναίκα, επειδή και φοβήθηκε αλλά και έσπευσε γρήγορα, ήλθε κραυγάζοντας δυνατά προς τον Λυτρωτή Χριστό: Φιλάνθρωπε και οικτίρμων Κύριε, σώσε με από τον βόρβορο των έργων μου).