Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Λόγος στη Θεόσωμη Ταφή του Κυρίου και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, και στον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, και στην κατάβαση του Κυρίου στον άδη που έγινε με τρόπο θαυμαστό μετά το σωτήριο πάθος Του. Άγιος Επιφάνιος Κύπρου

 Α΄. Τι ’ναι τούτο; Σιωπή βαθειά σήμερα στη γη. Σιωπή βαθειά και ησυχία βαθειά. Σιωπή βαθειά, γιατί ο Βασιλιάς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε κι εκείνους που αιώνες κοιμόνταν ανέστησε. Ο Θεός με το σώμα πέθανε και ο άδης τρόμαξε. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε κι αυτούς που βρίσκονταν στον άδη ξύπνησε.

Β΄. Πού είναι τώρα πια, παράνομοι, οι πριν από λίγο ταραχές και οι φωνές και οι θόρυβοι ενάντια στο Χριστό; Πού είναι οι στρατιώτες και τ’ αποσπάσματα και οι φάλαγγες και τα όπλα και τα δόρατα; Πού είναι οι βασιλείς κι οι ιερείς κι οι δικαστές οι καταδικασμένοι; Πού είναι οι δαυλοί και τα μαχαίρια και τ’ ανάκατα ξεφωνητά; Πού είναι οι όχλοι και η λύσσα και η άξεστη φρουρά;

Στ’ αλήθεια, ναι, (χάθηκαν). Γιατί, ναι, στ’ αλήθεια οι όχλοι έκαναν σχέδια ανόητα[1] και μάταια· ανόητα, οπωσδήποτε όμως και μάταια. Έπεσαν με ορμή πάνω στ’ αγκωνάρι, το Χριστό,[2] μα οι ίδιοι συντρίφτηκαν. Ρίχτηκαν με μανία πάνω στη στέρεη πέτρα, μα τα κύματά τους διαλύθηκαν σ’ αφρούς. Χτύπησαν πάνω στ’ ανίκητο αμόνι, κι ο ίδιοι κατατσακίστηκαν. Ύψωσαν πάνω στο ξύλο (του Σταυρού) την πέτρα της ζωής, κι αυτή κύλησε και τους θανάτωσε. Έδεσαν τον πανίσχυρο Σαμψών, τον Ήλιο Θεό, Αυτός όμως λύνοντας τα πανάρχαια δεσμά, τους εχθρούς και τους παράνομους εξόντωσε.[3] Έδυσε ο Θεός, ο Ήλιος Χριστός, κάτω απ’ τη γη και τύλιξε τους Ιουδαίους με πηχτό σκοτάδι.

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΔΕΓΜOΝΑ ΤΑΦΟΝ ἱερομ. Ἰουστίνου

 …Ὦ λίθε στό ἄνοιγμα τοῦ ἱεροσολυμιτικοῦ Τάφου, σάν τόν λίθο στό ἄνοιγμα τοῦ βαβυλωνιακοῦ λάκκου! Στή Βαβυλώνα ἔριξαν τόν Δανιήλ στόν λάκκο τῶν λεόντων «καί ἤνεγκαν λίθον καί ἐπέθηκαν ἐπί τό στόμα τοῦ λάκκου, καί ἐσφραγίσατο ὁ Βασιλεύς ἐν τῷ δακτυλίῳ αὐτοῦ»(Δαν. 6. 17). Στήν Ἱερουσαλήμ ἀφοῦ προσκύλισαν «λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου …ἠσφαλίσαντο τόν τάφον σφραγίσαντες τόν λίθον μετά τῆς κουστωδίας» (Ματθ. 27.60. 66) τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου πού ἔφερε στή χλαμύδα του τά σύμβολα καί τήν προσωπογραφία τοῦ βασιλιᾶ του.

Στή Βαβυλώνα ἔβαλαν τόν Δανιήλ ζωντανό στόν λάκκο σάν σέ τάφο, γιά νά μή βγεῖ ποτέ ἀπό κεῖ, παρά μόνο σάν ὑπολείμματα, ἀποφάγια θηρίων. Στήν Ἱερουσαλήμ ἔβαλαν τόν προκαταγγελμένο ἀπό τόν Δανιήλ – εἶναι ὁ «ὡς υἱός ἀνθρώπου» (7.13). Τόν ἔβαλαν νεκρό στόν Τάφο σάν σέ λάκκο, γιά νά μή βγεῖ ποτέ ἀπό κεῖ παρά μόνο σάν λείψανα τῆς φθορᾶς, ἀποφάγια τοῦ ἀρχαίου δράκοντα καί θηρίου, τοῦ θανάτου. Ὡστόσο γελάσθηκαν ἐπειδή δέν ἔβαλαν «υἱόν ἀνθρώπου» ἀλλά ἔβαλαν «ὡς υἱόν ἀνθρώπου». δηλ. κάποιον σάν γιό ἀνθρώπου, Θεό πού ἐνανθρώπησε, πλήν δέν ἄφησε τή θεότητα! Γι᾽ αὐτό καί βγῆκε θριαμβευτής, ζωντανός καθώς πρίν ὁ Δανιήλ.

 

Ο Τάφος του Χριστού Lev Gillet

 Το Μέγα Σάββατο η Εκκλησία στρέφει την προσοχή της στον Τάφο του Κυρίου μας. Καμία ημέρα του λειτουργικού έτους δεν παρουσιάζει πιο σύνθετο χαρακτήρα από το Μέγα Σάββατο, καθώς η ημέρα αυτή μετέχει ταυτοχρόνως και της θλίψεως των Παθών και της χαράς της Αναστάσεως. Η Εορτή του Πάσχα, που πλησιάζει όλο και περισσότερο, κατακτά τελικά το μεγαλύτερο κομμάτι του Μεγάλου Σαββάτου.

Πριν κλείσουμε τις σκέψεις που παραθέσαμε για το Πάθος, ας σταθούμε μερικές στιγμές δίπλα στον Τάφο του Κυρίου μας. Δύο αποσπάσματα από την Καινή Διαθήκη θα μας βοηθήσουν να πάρουμε το μήνυμα του Μεγάλου Σαββάτου. Το πρώτο μας το δίνει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Κατακολουθήσασαι δὲ αἱ γυναῖκες, αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ἐθεάσαντο τὸ μνημεῖον καὶ ὡς ἐτέθη τὸ σῶμα αὐτοῦ, ὑποστρέψασαι δὲ ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα, καὶ τὸ μὲν Σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν…». Στη ζωή κάθε μαθητή του Ιησού υπάρχουν περίοδοι που ο Διδάσκαλος φαίνεται να έχει αποσυρθεί και να απουσιάζει. Είναι κατά κάποιο τρόπο στον τάφο. Οι γυναίκες της Γαλιλαίας μας υποδεικνύουν ποια θα πρέπει να είναι η στάση μας αυτές τις στιγμές: είδαν τον τάφο, ήξεραν πού ήταν ο Ιησούς. Και εμείς, ακόμη κι όταν ο Ιησούς μοιάζει να μην απαντά, ακόμη κι αν παραμένει αόρατος, δεν θα πρέπει να αμφιβάλλουμε ότι είναι εδώ. Το βλέμμα μας πρέπει να παραμένει καρφωμένο, αν όχι επάνω Του, τουλάχιστον προς τη δική Του κατεύθυνση. Οι γυναίκες δεν μένουν άπρακτες. 

Μεγάλη Παρασκευή Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

 Ο Χριστός στο Γολγοθά! Ο Σωτήρας μας στο σταυρό! Ο Δίκαιος πάσχει! Εκείνος που αγαπά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, θανατώνεται από ανθρώπους! Όποιος έχει συνείδηση, ας ντραπεί! Όποιος έχει καρδιά, ας θρηνήσει! Όποιος έχει νου, ας κατανοήσει!

Μεγάλη Παρασκευή

Με τι μπορούμε να συγκρίνουμε το γεγονός αυτό, που είναι μυστήριο σαν το άπειρο, σκληρό σαν τη γη και φοβερό σαν την κόλαση; Από τα εκατομμύρια δρώμενα που έχουμε καθημερινά στον κόσμο, απ’ αυτά που μπορούν να δουν τα μάτια μας και ν’ ακούσουν τ’ αυτιά μας, με ποιο γεγονός θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε αυτή την ανομολόγητη πράξη κακίας του Γολγοθά; Μ’ ένα αρνί που βρίσκεται αντιμέτωπο με αγέλη λύκων;

 

Εἰς τό Σωτήριον Πάθος Β΄ Ἠλία Μηνιάτη «Περιλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου» (Ματθ. κστ´ 38)

 Δύο μεγάλα καί παράδοξα θαύματα εἶδεν ὁ ἄνθρωπος εἰς τόν κόσμον· ἕνα Θεόν νά κατέβη ἀπό τόν οὐρανόν εἰς τήν γῆν νά γένῃ ἄνθρωπος, – καί αὐτόν, τόν Θεόν καί ἄνθρωπον, νά ἀνέβῃ νά ἀποθάνῃ ἐπάνω εἰς ἕνα σταυρόν. Τό ἕνα ἐστάθη ἔργον μιᾶς ἄκρας σοφίας καί δυνάμεως, τό ἄλλο ἔργον μιᾶς ἄκρας φιλανθρώπου ἀγάπης, πλήν καί τά δύο ἔλαβον περιστατικά πολλά καί διάφορα. Εἰς τό πρῶτον θαῦμα, ὅταν ὁ Θεός ἔγεινεν ἄνθρωπος, ἔκαμε κοινήν πανήγυριν ὅλη ἡ κτίσις: ἄγγελοι εἰς τόν οὐρανόν ἔψαλλον χαρμόσυνον δοξολογίαν· ποιμένες εἰς τήν γῆς ἐχόρευον, διά τά εὐαγγέλια τῆς σωτηρίας καί τῆς χαρᾶς καί βασιλεῖς ἦλθον ἐξ ἀνατολῶν καί προσεκύνησαν μέ δῶρα τόν νεοτεχθέντα Δεσπότην. Εἰς τό δεύτερον θαῦμα, ὅταν ὁ Θεάνθρωπος ἀπέθανεν ἐσταυρωμένος, ὡσάν κατάδικος ἐν μέσῳ δύο ληστῶν, ὁ ἄνω καί κάτω κόσμος ἐθρήνησεν· ὁ οὐρανός ἐσκέπασε μέ βαθύτατον σκότος τό πρόσωπον· ἡ γῆ ἐσείσθη ἐκ θεμελίων ἀπό τόν τρόπον, αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν.

Ἐκείνη ἐστάθη μία λαμπρά νύχτα, πρόξενος παγκοσμίου χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως, αὕτη μία σκοτεινή ἡμέρα, ἀφορμή λύπης καί ἀδημονίας· εἰς ἐκείνην ἔκαμε ὅσην εὐεργεσίαν ἠδύνατο νά κάμῃ ὁ Θεός πρός τόν ἄνθρωπον· εἰς ταύτην ἔκαμεν ὅσην παρανομίαν δύναται νά κάμῃ ὁ ἄνθρωπος πρός τόν Θεόν.

 

Εἰς τό Σωτήριον Πάθος Α’ Ἠλία Μηνιάτη Πῶς ἔκαμεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, καί πῶς ἔκαμεν ὁ ἄνθρωπος τόν Θεόν!

 Ὁ Θεός μέσα εἰς τόν παράδεισον τῆς τρυφῆς ἔλαβε χῶμα ἀπό τῆς γῆς, τό ἔπλασε μέ τάς χεῖράς του, τό ἐμψύχωσε μέ τήν πνόην του, τό ἐτίμησε μέ τήν εἰκόνα του, καί ἐποίησε τόν ἄνθρωπον. Ὁ ἄνθρωπος ἐπάνω εἰς τό ὄρος τοῦ Γολγοθᾶ ἐκατάστησε τόν Θεόν χωρίς μορφήν, χωρίς πνοήν, ὅλον αἷμα, ὅλον πληγάς, προσηλωμένον εἰς ἕνα ξύλον. Βλέπω ἐκεῖ ἕνα Ἀδάμ, καθώς τόν ἔπλασε ὁ Θεός, ἔμψυχον εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἐστεφανωμένον δόξῃ καί τιμῇ, αὐτεξούσιον βασιλέα πάντων τῶν ὑπό σελήνην κτισμάτων, εἰς τήν ἀπόλαυσιν ὅλης τῆς ἐπιγείου μακαριότητος.

Βλέπω ἐδῶ ἕνα Ἰησοῦν Χριστόν, καθώς τόν ἀκατάστησεν ὁ ἄνθρωπος, χωρίς κάλλος, χωρίς εἶδος ἀνθρώπου, ἐστεφανωμένον μέ ἀκάνθας, κατάδικον, ἄτιμον, ἐν μέσῳ δύο ληστῶν, εἰς τήν ἀγωνίαν τοῦ πλέον ἐπωδύνου θανάτου. Συγκρίνω τήν μίαν μέ τήν ἄλλην εἰκόνα, τοῦ Ἀδάμ εἰς τόν παράδεισον, τοῦ Χριστοῦ εἰς τόν Σταυρόν, καί στοχάζομαι τί ὡραῖον πλάσμα ἔκαμαν τόν ἄνθρωπον τά πλουσιόδωρα χέρια τοῦ Θεοῦ· καί τί ἐλεεινόν θέαμα ἔκαμαν τόν Θεόν τά παράνομα χέρια τῶν ἀνθρώπων!

 

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ π. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης Ἡ ἔλευση τοῦ θανάτου στόν κόσμο

 Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὁ θάνατος δέν προέρχεται ἀπό τήν ἀγαθή θεία βούληση. «Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδέ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων»[1] ἀναφέρει τό βιβλικό λόγιο.

Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο δεκτικό τῆς θνητότητας καί τῆς ἀθανασίας γράφει ὁ Καθηγητής Γ. Μαντζαρίδης στηριζόμενος στήν πατερική παράδοση. Τόν τοποθέτησε στό μεθόριο τῆς θνητῆς καί τῆς ἀθάνατης φύσης ʺδεκτικόν ἀμφοτέρωνʺ. Ἀκόμα καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν ἔχει φυσική ἀλλά κατά χάριν καί μετοχήν ἀθανασία. Δέν εἶναι δηλαδή ἀφ’ ἑαυτῆς ἀθάνατη, ἀλλά κτίσθηκε νά γίνει ἀθάνατη. Μόνο ὁ Θεός εἶναι ἀπό τή φύση του ἀθάνατος, ὡς αὐτοζωή καί πηγή τῆς ζωῆς.

Ἡ φυσική ζωή, στήν ὁποία μετέχει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔνθεη ὅμως ζωή εἶναι μετοχή στή θεοποιό ἐνέργειά του. Ἡ τελείωση στή ζωή αὐτήν, πού θά πραγματοποιοῦνταν μέ τήν τήρηση τῆς θείας ἐντολῆς, δηλαδή μέ τή διατήρηση τῆς μετοχῆς του στή θεία ἐνέργεια, ματαιώθηκε μέ τήν παρακοή[2].

 

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ – Ὁ Θάνατος Ἁγίου Τύχωνος τοῦ Ζαντόνσκ

 “Η σκέψῃ τοῦ θανάτου εἶναι ἱκανὴ νά παρακινήσει τὸν ἁμαρτωλὸ σὲ μετάνοια. Μᾶς εἶναι καὶ γνωστὸς καὶ ἄγνωστος ὁ θάνατος. Γνωστός, γιατὶ ξέρουμε ὅτι ὅλοι θὰ πεθάνουμε. Ἄγνωστος, γιατὶ δέν ξέρουμε πότε, ποῦ καὶ πῶς θὰ πεθάνουμε. Ὅσο περισσότερο ζοῦμε, τόσο περισσότερο μικραίνει ἡ ζωὴ μας, τόσο λιγοστεύουν οἱ μέρες μας καὶ πλησιάζουμε στό θάνατο. Εἴμαστε πιὸ κοντὰ του σήμερα ἀπ΄ ὅ,τι χθές, αὐτὴ τὴν ὥρα ἀπ΄ ὅ,τι τὴν προηγούμενη. Ὁ θάνατος βαδίζει ἀόρατος πίσω ἀπ΄τὸν καθένα καὶ τὸν ἁρπάζει τότε πού δέν τὸ ὑποπτεύεται. Ἐντούτοις, σχεδὸν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι – καὶ μάλιστα οἱ ὑγιεῖς καὶ οἱ δυνατοὶ – κάνουν τίς ἀκόλουθες σκέψεις γιά τὸν ἑυατὸ τους:

 – Ἐγὼ θὰ ζήσω ἀκόμη ἀρκετά. Εἶναι πολὺ μακριὰ τὸ τέλος μου. Θὰ μαζέψω πλούτη καὶ θὰ εὐφραίνομαι. Μὰ ὁρμάει ξαφνικὰ ἐναντίον τους ὁ θάνατος καὶ σβήνουν τὰ ὄνειρα καὶ οἱ ἐπιθυμίες. Καὶ πεθαίνει γρήγορα ἐκεῖνος πού ἔταξε στόν ἑαυτὸ του μακροζωία. Καὶ ἀφήνει τ΄ ἀγαθὰ του καὶ τὸ σῶμα του στόν κόσμο ἐκεῖνος πού ἤθελε νά συγκεντρώνει πλούτη. Ἄγνωστο, λοιπὸν, μᾶς εἶναι τὸ τέλος, χριστιανοί.

Ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ποὺ φροντίζει γιά τὸ καλὸ μας, τὰ καθόρισε ἔτσι, ὥστε νά εἴμαστε πάντα ἕτοιμοι καὶ νά καταφεύγουμε στήν εἰλικρινῆ μετάνοια. Μὲ ὅ,τι θὰ φύγει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ δῶ, μ΄ αὐτὸ καὶ θὰ παρουσιαστεῖ μπροστὰ στό κριτήριο τοῦ Χριστοῦ.