Στα Γάδαρα μας μεταφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, για να παρακολουθήσουμε
ένα συγκλονιστικό γεγονός, το οποίο σημειώνεται έξω από την πόλη, κοντά
στο κοιμητήριο. Ο Κύριός μας, έχοντας μαζί του τους μαθητές, ύστερα από
σκληρή δοκιμασία που πέρασαν στην θάλασσα με το πλοιάριό τους,
ανεβαίνουν και ανηφορίζουν προς την περιοχή των Γαδαρηνών. Αλλά ενώ
πλησίαζαν στην πόλη, εκεί ακριβώς μπροστά στο κοιμητήριο, συναντούν έναν
άνθρωπο. Ταλαίπωρο άνθρωπο. Είναι γυμνός, αχτένιστος και αγριωπός.
Είναι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος δαιμονισμένος. Σπίτι
του ήταν τα μνήματα, κι ανάμεσα στους νεκρούς ζούσε κι αυτός,
περιφέροντας το πληγωμένο από τις αλυσίδες σώμα του, με τις οποίες τον
έδεναν συχνά.
Όταν ο Χριστός πλησίασε, τότε ο δαιμονιζόμενος
προσέπεσε στα πόδια του και με δυνατή φωνή του είπε: «τι εμοί και συ
Ιησού υιέ του Θεού του υψίστου; Δέομαί σου, μη με βασανίσης». Μίλησε
έτσι το δαιμόνιο διά στόματος του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου, διότι ο
Χριστός το διέταξε να βγει, επειδή από πολλά χρόνια τον ταλαιπωρούσε.
Βλέπετε, αδελφοί μου, και τα δαιμόνια πιστεύουν στον Χριστό και στην
δύναμη του Χριστού και γνωρίζουν ότι μπορεί να καταργήσει το κράτος και
την κυριαρχία τους. Γι’ αυτό και τον παρακαλούν να μην τα ρίξει στην
άβυσσο, αλλά να επιτρέψει, αφού εξέλθουν από τον δαιμονισμένο άνθρωπο,
να εισέλθουν σε μια αγέλη χοίρων που έβοσκε εκεί κοντά. Και ο Κύριος
ερωτά να μάθει ποιο είναι το όνομα του δαιμονίου. Και εκείνα απαντούν,
«λεγεών». Δηλαδή, ένα ολόκληρο σύνταγμα δαιμόνων κατοικούσε στην καρδιά
του δαιμονισμένου. Ο Κύριος επέτρεψε στα δαιμόνια, βγαίνοντας από τον
άνθρωπο, να μπουν στους χοίρους. Και τότε η αγέλη των χοίρων, όρμισε
στον κρημνό και πνίγηκε στην λίμνη. Έτσι, μ’ έναν και μόνο λόγο Του ο
Κύριος ελευθερώνει τον δαιμονισμένο, και εκείνος ήρεμος πλέον, γαλήνιος
και νηφάλιος, γονατιστός μπροστά στον Χριστό Τον ευχαριστούσε.