Μόλις, ἀγαπητοί μου, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶχε ἐπιστρέψει
διωγμένος ἀπὸ τὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, καὶ σπεύδει σὲ νέο καθῆκον. Διαρκὴς
εὐεργεσία ἡ ζωή του. Ὁ Χριστὸς καθ᾿ ὁδόν.
Ἡ μονάκριβη κόρη τοῦ ἀρχισυναγώγου τῆς Καπερναοὺμ Ἰαείρου εἶνε στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου.
Ὁ δυστυχισμένος πατέρας πέφτει στὰ πόδια του καὶ παρακαλεῖ, καὶ ὁ μοναδικὸς Ἰατρὸς καλεῖται ἐπειγόντως.
Ὁ Χριστὸς βαδίζει πρὸς νέο θρίαμβο κατὰ τοῦ θανάτου. Χιλιάδες τὸν
ἀκολουθοῦν. Πολλοὶ βέβαια γιὰ ν᾿ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του. Οἱ
περισσότεροι ὅμως ἀπὸ περιέργεια, γιὰ νὰ δοῦν νέα θαύματά του.
Ἐκεῖνος μέσα στὸν περίεργο ἐκεῖνο κόσμο προχωρεῖ.
Ξαφνικὰ σταματᾷ καὶ ἀπευθύνει τὸ ἐρώτημα· «Τίς ὁ ἁψάμενός μου;», ποιός μὲ ἄγγιξε; (Λουκ. 8,45).
– Περίεργο, Διδάσκαλε, λέει ὁ Πέτρος· μέσα σὲ τέτοιο συνωστισμὸ ρωτᾷς ποιός σὲ ἄγγιξε; Ὁ Χριστὸς ὅμως ἐπιμένει·
– «Κάποιος μὲ ἄγγιξε. Διότι ἐγὼ αἰσθάνθηκα μία δύναμι νὰ βγαίνῃ ἀπὸ μένα».
– Κύριε! ἀκούγεται μιὰ τρεμάμενη φωνή (ὅλοι στρέφουν τὰ βλέμματα· μιλάει μία γυναίκα)· ἐγὼ ἤμουν ἐκείνη ποὺ σὲ ἄγγιξε.
Ζοῦσα ἕνα δρᾶμα. Δώδεκα χρόνια ἔπασχα ἀπὸ ἀσθένεια ἀνίατη. Ξώδεψα
ὁλόκληρη περιουσία στοὺς γιατρούς, καὶ ἡ κατάστασι χειροτέρευε. Ὅταν
ὅμως ἄκουσα γιὰ σένα, εἶπα μέσα μου· Ὁ Χριστὸς μόνο θὰ μὲ θεραπεύσῃ!
Μὲ τὴν πίστι αὐτὴ ἦρθα. Σὲ ἔβλεπα ἀπὸ μακριά. Δὲν ἤμουν ἄξια νὰ σ᾽
ἀντικρύσω κατὰ πρόσωπο. Εἶπα· Ἂς μ᾽ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς ν᾽ ἀγγίξω τὸ κράσπεδο
τοῦ ἐνδύμα τός του!
Ἔτσι σὲ πλησίασα. Καὶ μόλις σὲ ἄγγιξα, ἀμέσως θεραπεύθηκα. Κύριε, θὰ σὲ δοξάζω καὶ θὰ σὲ ὑμνῶ εἰς τοὺς αἰῶνας!