Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ διαβάζεται ἀπὸ τὸ
Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου μία περικοπή, ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ ἕναν ἄνθρωπο
πίστεως. Πόσο ἀξίζει ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος! Αὐτὸς ἦταν ἑκατόνταρχος,
δηλαδὴ ἀξιωματικός. Ἀξιωματικὸς ὄχι ἑνὸς μικροῦ κράτους ἀλλὰ τῆς
πανισχύρου Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἁπλωνόταν πρὸς Βορρᾶν,Νότον,
Ἀνατολὰς καὶ Δυσμάς· τῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ πρωτεύουσα εἶχε τὴ Ῥώμη καὶ
οἱ λεγεῶνες της ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐκπρόσωπος
λοιπὸν τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐξουσίας κάτω στὴν Ἁγία Γῆ ἦταν ὁ ἑκατόνταρχος
αὐτός. Ἀλλὰ ἦταν εὐγενὴς ὕπαρξις . Δὲν ὑπερηφανευόταν οὔτε γιὰ τὸ ἔθνος
του, οὔτε γιὰ τὸ ἀξίωμά του, οὔτε γιὰ τίποτε ἄλλο. Καὶ τὸ ἀπέδειξε ὅτι
ἦτο εὐγενὴς ὕπαρξις. Πῶς; Εἶχε στὸ σπίτι του ἕναν ὑπηρέτη, ἕνα δοῦλο.
Καὶ
παρ᾿ ὅλο ποὺ οἱ δοῦλοι δὲν εἶχαν τότε καμμία ἀξία, ὁ ἑκατόνταρχος
ἔδειξε γι᾿ αὐτὸν μεγάλο ἐνδιαφέρον. Ἀρρώστησε ὁ δοῦλος κ᾿ ἔπεσε στὸ
κρεβάτι. Ὁ κύριός του καὶ γιατροὺς κάλεσε, καὶ φάρμακα ἀγόρασε, καὶ κάθε
ἄλλη περιποίησι τοῦ προσέφερε. Ἀλλ᾿αὐτὸς χειροτέρευε, κι ὁ ἑκατόνταρχος
ἦταν περίλυπος.Ξαφνικὰ ἀκούει, ὅτι παρουσιάστηκε κάποιος ποὺ θεραπεύει
καὶ τὶς πιὸ βαρειὲς ἀσθένειες, ποὺ ἀνασταίνει καὶ νεκρούς. Εἶνε ὁ Ἰησοῦς
Χριστός. Τότε ὁ ἑκατόνταρχος εἶπε μέσα του· Αὐτός θὰ θεραπεύσῃ τὸ δοῦλο
μου!Πῆγε στὸ Χριστὸ καὶ ταπεινώθηκε μπροστά του. Δὲν ὑπολόγισε οὔτε τὸ
ἀξίωμα οὔτε τὸ βαθμό του· δὲν τὸν ἐνδιέφερε τί θὰ πῇ ὁ κόσμος. Τοῦ
μίλησε γιὰ τὸν ἄρρωστο δοῦλο του. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ λέει· «Θὰ ἔλθω ἐγὼ
νὰ τὸν θεραπεύσω» (Ματθ. 8,7). Μόλις ὅμως ἄκουσε αὐτὸ τὸ λόγο ὁ
ἑκατόνταρχος, εἶπε· Κύριε,δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ μοῦ κάνῃς ἐπίσκεψι· πὲς
μόνο ἕνα λόγο, καὶ ὁ δοῦλος μου θὰ γίνῃ καλά(ἔ.ἀ. 8,8). Ἂν ἐγὼ δίνω
διαταγὲς καὶ ἐκτελοῦνται, πόσῳ μᾶλλον ἐσύ; Ἐγὼ εἶμαι ἕνας μικρὸς
ἀξιωματοῦχος, ἐξουσιάζω ἑκατὸ στρατιῶτες·ἐνῷ ἐσὺ ἐξουσιάζεις τὸ σύμπαν
ὁλόκληρο.Δῶσε λοιπὸν μιὰ διαταγή, καὶ ὁ δοῦλος μου θὰ γίνῃ καλά.Καὶ
θαύμασε, λέει, ὁ Χριστὸς τὴν πίστι του.Καὶ ἔδωσε διαταγή. Κι ἀπὸ τὴν ὥρα
ἐκείνη ὁ δοῦλος θεραπεύθηκε.