Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Βίος Αγίου Γεωργίου


Κάθε χρόνο στις 23 Απριλίου η Εκκλησία, μας καλεί να γιορτάσουμε το λαμπρό αθλοφόρο της, το φεγγοβόλο αστέρι της, το μεγαλομάρτυρα Γεώργιο.
Ο άγιος μάρτυς του Χριστού Γεώργιος καταγόταν από την Καππαδοκία. Έζησε στα χρόνια του ασεβούς αυτοκράτορος και φοβερού διώκτη των χριστιανών, Διοκλητιανού. Οι γονείς του προέρχονταν από αριστοκρατική γενιά και ήταν χριστιανοί. Στα δέκα του χρόνια έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του εγκαταστάθηκε στην Παλαιστίνη, όπου είχε πολλά κτήματα. Εκεί μεγάλωσε και ανδρώθηκε ο Γεώργιος και μέρα με τη μέρα φαίνονταν οι αρετές της ψυχής του. Ήταν βαθύτατα πιστός και άδολος στο ήθος και παρότι νεαρός είχε φρόνηση ηλικιωμένου. Ήταν ειλικρινέστατος και πολύ ανδρείος, για αυτό και παλικάρι πλέον στο στρατό αναδείχθηκε διοικητής της λεγεώνας των Ανίκητων.


Ενόσω ο Γεώργιος υπηρετούσε ως κόμης στο στράτευμα του Διοκλητιανού, κατά την επιστροφή του στην Καππαδοκία από πόλεμο, πέρασε από την πόλη Αλαγία της επαρχίας Αττάλειας της Μ. Ασίας. Η πόλη αυτή μαστιζόταν από ένα μεγάλο κακό. Ένας φοβερός δράκοντας φώλιαζε στα νερά της λίμνης που βρισκόταν έξω απ’ αυτήν και καθημερινά κατασπάραζε ότι έβρισκε μπροστά του, άνθρωπο ή ζώο. Οι κάτοικοι για να γλιτώσουν απ’ αυτή τη μάστιγα, ζήτησαν τη βοήθεια των θεών, οι οποίοι τους συμβούλεψαν να θυσιάζουν καθημερινά ένα παιδί τους. Όταν περνούσε ο άγιος από κει είχαν δεμένη για τροφή στο θηρίο τη βασιλοπούλα. Ό άγιος με τη δύναμη του σταυρού κατάφερε να υποτάξει το θηρίο και να το οδηγήσει μαζί με τη βασιλοπούλα στην πόλη, οπού και το σκότωσε. Βλέποντας αυτά οι κάτοικοι της πόλης πίστεψαν όλοι μαζί με το βασιλιά της στο Χριστό.
Ο άγιος συνέχισε το δρόμο του. Όταν έφθασε πίσω, πήγε στη Νικομήδεια, όπου ήταν μαζεμένοι οι άρχοντες των επαρχιών της Ανατολής μαζί με το Διοκλητιανό για να πάρουν αποφάσεις κατά των χριστιανών. Μόλις το πληροφορήθηκε αυτό ο άγιος παρουσιάστηκε μπροστά τους και με παρρησία ομολόγησε ότι είναι χριστιανός χλευάζοντας τα είδωλα. Στο άκουσμα αυτών των λόγων οι τύραννοι εκπλαγήκαν και προσπάθησαν με διάφορους τρόπους να τον πείσουν ν’ αρνηθεί το Χριστό. Άλλοτε χρησιμοποιούσαν κολακείες, άλλοτε του έλεγαν να λυπηθεί τη νεότητά του κι άλλοτε τον απειλούσαν. Όμως ο Γεώργιος έμεινε γερά στερεωμένος και ακλόνητος στην πίστη του Χριστού κι έμοιαζαν πράγματι οι οργίλες κραυγές τους ν’ απευθύνονται σε ανίκητο λιοντάρι ή σε κουφή και αναίσθητη πέτρα.
Ύστερα απ’ αυτά πρόσταξαν οι ανόσιοι, να κρεμάσουν τον άγιο σ’ ένα ξύλο ψηλά και να του χτυπούν την κοιλιά με κοντάρι τρυπώντας την πέρα ως πέρα. Και ενώ ο άγιος γεμάτος ευγνωμοσύνη ευχαριστούσε το Θεό που τον αξίωνε να πάθει για το όνομά Του, το κοντάρι σαν εύκαμπτο μολύβι στράβωνε αμέσως. Εξοργισμένοι οι βασανιστές του τον έριξαν στη φυλακή δένοντας τα πόδια του με αλυσίδες και τοποθετώντας ένα βαρύ ογκόλιθο πάνω στο στήθος του.
Την επόμενη κιόλας μέρα ο βάναυσος Διοκλητιανός είχε αποφασίσει το μαρτύριο στο όποιο θα υπέβαλε το Γεώργιο. Ένας τεράστιος τροχός με κοφτερά μαχαίρια, ο οποίος με ειδική μέθοδο κινούνταν και περιστρεφόταν, θα δεχόταν το σώμα του μάρτυρα για να το κατακρεουργήσει. Κι εδώ όμως διαψεύστηκαν οι προσδοκίες τους. Άγγελος Θεού έλυσε το μάρτυρα από τον τροχό και του γιάτρεψε τις πληγές ολοτελώς. Ύστερα αφού τον αποκάλεσε φίλο και συμπολίτη εξαφανίστηκε. Ο μάρτυρας τώρα βρισκόταν αβλαβής μπροστά στους βασανιστές του και με την καρδιά στεριωμένη από τη θεία παρηγοριά. Το θαύμα αυτό έκανε να πιστέψουν στο Χριστό οι στρατηγοί Ανατόλιος και Πρωτολέων, η βασίλισσα Αλεξάνδρα, σύζυγος του Διοκλητιανού και πολύς λαός.
Όμως όλα αυτά τα θαυμάσια γεγονότα, που τις αγαθές ψυχές τις φώτισαν να έρθουν στην πίστη του Χριστού, την πορωμένη ψυχή του Διοκλητιανού σκότισαν περισσότερο όπως λέει ο προφήτης « τύφλωσες και πόρωσες την καρδιά τους, ώστε ενώ ακούν να μην ακούν και ενώ βλέπουν να μην βλέπουν ». Έτσι πρόσταξε να ρίξουν τον άγιο μέσα σε ασβέστη που μόλις είχε σβηστεί. Ύστερα από τρεις μέρες έστειλε στρατιώτες να πάνε στο λάκκο με τον ασβέστη και να μαζέψουν τα οστά του, όπως υπολόγιζε. Όταν όμως οι στρατιώτες παραμέρισαν τον ασβέστη βρήκαν τον άγιο ολοζώντανο και εντελώς αβλαβή. Έκπληξη και δέος κατέλαβαν το Διοκλητιανό, ο οποίος ωστόσο δε λύγισε, αλλά αντίθετα πρόσταξε να φέρουν σιδερένια παπούτσια με μυτερά καρφιά στο εσωτερικό τους. Κατόπιν αφού ταπυρακτώσουν στη φωτιά να διατάξουν το Γεώργιο να τα φορέσει και χτυπώντας τον και σπρώχνοντάς τον, να τον αναγκάζουν να τρέχει. Και αυτό καθώς και το μαρτύριο της μαστίγωσης υπέμεινε ο άγιος με μεγάλη καρτερία δεχόμενος τη θεία παρηγοριά. Όμως, όπως τότε «ούτε των νεκρών ή ανάστασις Εβραίους έπεισε», έτσι και τώρα ούτε η ανάσταση του προ Χριστού κεκοιμημένου από τον Άγιο, η οποία έγινε μετά από αίτηση του ίδιου του αυτοκράτορα, πείθει το Διοκλητιανό ούτε η μεταστροφή του μάγου Αθανασίου στην πίστη του Χριστού, ούτε οι πάμπολλες θεραπείες και τα θαύματα που επιτελούσε η Χάρη του Θεού διά του αγίου Του. Αντίθετα βλέποντας όλα αυτά αποφάσισε ν’ αλλάξει τακτική και να φέρει τον άγιο με το μέρος του με κολακείες και υποσχέσεις. Και πράγματι μεγάλη ήταν η έκπληξή του, όταν άκουσε τον άγιο να λέει: «Αν αυτή είναι η γνώμη σου, βασιλιά μου, είναι ώρα να πάμε στους θεούς». Γι’ αυτό εξέδωσε διάταγμα να συγκεντρωθούν στο ναό των ειδώλων όλοι οι άρχοντες, ο λαός και ο στρατός, γιατί ο Γεώργιος θα θυσίαζε στους θεούς, όπως νόμισε.
Όταν λοιπόν συγκεντρώθηκαν όλοι μέσα στο ναό, ο Μεγαλομάρτυς του Χριστού, αντίθετα με τις προσδοκίες τους, προχώρησε μπροστά στο άγαλμα του Απόλλωνα και αφού τον χλεύασε, έλεγξε το πονηρό πνεύμα, το οποίο αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο αληθινόςΘεός.
Κατόπιν κάνοντας το σημείο του σταυρού έδιωξε όλους τους δαίμονες που κατοικούσαν στα αγάλματα κι αυτά έπεσαν κάτω και έγιναν σκόνη. Ο Διοκλητιανός έξω φρενών για να γλιτώσει και άλλους εξευτελισμούς, αποφάσισε την καταδίκη του αγίου σε θάνατο διά αποκεφαλισμού. Μαζί με τον άγιο διέταξε να αποκεφαλισθεί και η βασίλισσα Αλεξάνδρα. Αμέσως οι εντεταλμένοι παρέλαβαν το μεγαλομάρτυρα Γεώργιο και τη βασίλισσα για να τους οδηγήσουν στον τόπο του μαρτυρίου. Στο δρόμο όμως η βασίλισσα Αλεξάνδρα παρέδωσε στον Κύριο την άγια ψυχή της. Έτσι ο άγιος έφτασε μόνος στον τόπο του μαρτυρίου.
Εκεί αφού παρακάλεσε τους δήμιους να του δώσουν λίγο χρόνο, προσευχήθηκε θερμά στο Θεό να τον στηρίξει και στην τελευταία δοκιμασία του και να δεχτεί το πνεύμα του. Επίσης να συγχωρήσει το λαό γι’ αυτή του την αμαρτία και να τον αξιώσει να γνωρίσει τον αληθινό Θεό. Ύστερα ήρεμος γονάτισε, τέντωσε τον αυχένα του και δέχτηκε το ξίφος και συγχρόνως το στέφανο του μαρτυρίου.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΙΝΑΓ