Μέγας είναι ο Θεός μας, μεγάλα τα έργα Του! Δεν υπάρχει αρχή και τέλος στα θαυμάσιά Του (πρβλ. Ψαλμ. οστ΄13, 14)! Δεν υπάρχουν μάτια που να ’χουν δει όλ’ αυτά τα θαυμάσια, δεν υπάρχει γλώσσα να τα διηγηθεί, μα ούτε και νους να τα συλλάβει.
Τα μάτια είδαν κι όταν ήρθε ο θάνατος έκλεισαν. Η γλώσσα διηγήθηκε και μουγγάθηκε. Ο νους συνέλαβε κι έπειτα όλα τα κάλυψε η λήθη. Ποιος μπορεί να γνωρίσει τα θαυμάσια και ν’ αγνοεί το θαυματουργό; Και ποιος μπορεί να δει το θαυματουργό και να εξακολουθήσει να ζει;
Όλη η φωτιά ήρθε στη γη κι εξακολουθεί να έρχεται από τον ήλιο. Γιατί δεν κατέβηκε ο ίδιος ο ήλιος στη γη, αντί να παρουσιάζεται λίγο στη γη, λίγο στο νερό, λίγο στον αέρα, λίγο στα δάση και λίγο στα ζώα; Γιατί σε κάθε μερική παρουσίασή του ο ήλιος κρύβεται πίσω από ένα σκούρο και κρύο παραπέτασμα; Γιατί δεν κατέβηκε ολόκληρος στη γη για να φτιάξει τα πράγματα που γίνονται με τη φωτιά και το φως του, φορώντας σάρκα και περιορισμένος μέσα στη σάρκα; Επειδή αν πλησίαζε κοντά πολύ κοντά, η γη θα έλιωνε, θα εξαφανιζόταν σαν ατμός, θα χανόταν.