Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Βασίλειος μοναχός Βιγλιώτης (1889 - 1980)


Υπήρξε μόνιμος νοσταλγός του Θεού. Γεννήθηκε στην ένδοξη Αδριανούπολη το 1889. Τα λίγα γράμματα που έμαθε του ήταν αρκετά για τον αγιασμό και τη σωτηρία του. Με την ευχή των γονέων του ήλθε στο Περιβόλι της Παναγίας. Μετέβη στη Λαυριώτικη Βίγλα, στο ερημικό ησυχαστήριο του Αγίου Βασιλείου, στην υπακοή του αυστηρού Γέροντος Χαρίτωνος. Μετά τριετή δοκιμασία ο Γέροντάς του τον κείρει μοναχό και από Εμμανουήλ τον ονομάζει Βασίλειο, στ’ όνομα του μεγάλου άγιου του ησυχαστηρίου τους. Ο νεαρός μοναχός δείχνει προθυμία και αντοχή στους ασκητικούς αγώνες. Μιμητής αρχαίων ασκητών στην ξενιτεία, την ακτημοσύνη, την αγρυπνία, τη νηστεία, το χαροποιό πένθος, την κατάνυξη, τη συνεχή της σαρκός βία. Σε μία Λειτουργία του ναϋδρίου τους -είχαν καλέσει ιερέα εκεί- μόλις ο Γέροντας του μετάλαβε των αχράντων Μυστηρίων, επέστρεψε στο στασίδι του και χαμογελώντας ανεπαύθη αιώνια τον ύπνο των δικαίων. Με τη συνδρομή συνασκητών του, ο Βασίλειος κήδεψε κι έθαψε τον σεβάσμιο Γέροντά του. Μετά λίγα χρόνια αναχώρησε για την Πελοπόννησο.
Πρώτα μόνασε στη μονή Παναγίας Ελώνας και κατόπιν για πολλά έτη στη μονή Αγίου Νικολάου Βαρσών. Χαριτωμένος και χαρισματικός, λιγομίλητος και προσευχόμενος, ευλογημένος και χαρίεις, φιλότιμος διακονητής και φιλακόλουθος. Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, άρρωστος βαριά, ζούσε μόνο με τη θεία Κοινωνία. Ένα χαμόγελο καλοσύνης φώτιζε τη βιβλική μορφή του. Η μνήμη του Αγίου ’Όρους τον συνόδευε πάντοτε. Ανεπαύθη εν Κυρίω ειρηνικά στις 12.7.1980 περιποιούμενος από τους αδελφούς της μονής του Αγίου Νικολάου Βαρσών. Την επομένη ετάφη στο κοιμητήρι της μονής, προσδοκώντας ανάσταση νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.
Πηγές-Βιβλιογραφία:
Μοναχός Βασίλειος, Ένας ταπεινός καλόγερος των Βαρσών, Η Αλήθεια 29/2002. σ. 10. Δημητρίου Λ. Κούβελα, Μοναχός Βασίλειος Αδριανουπολίτης, Πρωτάτον 92/2003, σσ. 164-167.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β’ – 1956-1983, σελ. 995-996, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.
http://www.pemptousia.gr
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ATHGERONTES

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΤΙΜΙΑ ΚΑΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΕΡΟ ΛΕΙΨΑΝΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΜΑΝΤΟΣ ΣΤΟ ΤΡΑΧΩΝΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ.

Με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σύρου - Άνδρου κ.κ. Δωροθέου Β΄ και κατόπιν προσκλήσεως του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου η Τιμία Κάρα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος του ιαματικού και το Ιερό Λείψανο του Αγίου Μάμαντος μετεφέρθησαν υπό του γέροντος Ευδοκίμου, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Παναχράντου - Αγίου Παντελεήμονος Άνδρου όπου και φυλλάσονται, στον Ιερό Ναό του Αγίου Μάμαντος στο Τραχώνι της Λεμεσού και στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό της Παναγίας της Παντανάσσης Λεμεσού όπου και εκτέθησαν προς προσκύνηση και αγιασμό των Κυπρίων αδερφών από τη Παρασκευή 31 Αυγούστου 2018 ως και τη Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018.




Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Κυριακή Α’ Λουκᾶ: Ἡ μεγάλη ψαριά (Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


Δοτήρας κάθε αγαθού είναι ο Κύριος. Κι όλα τα δώρα του Θεού είναι τέλεια. Έχουν τέτοια τελειότητα, που κάνουν τους ανθρώπους να θαυμάζουν. Το θαύμα δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά ένα δώρο του Θεού, αξιοθαύμαστο. Οι άνθρωποι θαυμάζουν τα δώρα του Θεού, λόγω της τελειότητάς τους.
«Όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (Α’ Κορ. α’ 29). Η σάρκα είναι όπως το χορτάρι, που περιμένει να ολοκληρωθούν οι μέρες του κι έπειτα να ξεραθεί, να γίνει στάχτη. Είθε ο παντοδύναμος Κύριος να μας φυλάξει όλους από τη σκέψη πως είναι δυνατό να κάνουμε κάτι καλό χωρίς τη βοήθεια και την ευλογία Του.
Είθε η σημερινή περικοπή του ευαγγελίου να λειτουργήσει σαν μια προειδοποίηση πως τέτοιες μάταιες σκέψεις δεν πρέπει ποτέ να γεννηθούν μέσα μας. Το σημερινό ευαγγέλιο μας διδάσκει πως οι προσπάθειες των ανθρώπων είναι μάταιες, αν ο Θεός δεν βοηθήσει. Οι απόστολοι του Χριστού ψάρευαν, μα δεν έπιαναν τίποτα. Όταν ο Χριστός όμως τους είπε να ξαναρίξουν τα δίχτυα στη θάλασσα, έπιαναν τόσα ψάρια, ώστε τα δίχτυα δεν άντεχαν το βάρος τους και σκίζονταν. Ας παρακολουθήσουμε τη διήγηση:«Εγένετο δε εν τω τον όχλον επικείσθαι αυτώ του ακούειν τον λόγον του Θεού και αυτός ην εστώς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ. και είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην οι δε αλιείς αποβάντες απ’ αυτών απέπλυναν τα δίκτυα, εμβάς δε εις εν των πλοίων, ο ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον· και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους» (Λουκ. ε’ 1-3). Αυτό ήταν ένα από τα περιστατικά που γίνονταν όταν συνάζονταν μεγάλα πλήθη για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού από τα χείλη του Χριστού. Για να τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι, δε θα μπορούσε να διαλέξει καλλίτερο τόπο από μια βάρκα. Στην παραλία υπήρχαν δύο πλοιάρια κι οι ψαράδες ασχολούνταν με το πλύσιμο των διχτυών. Τα πλοιάρια αυτά ήταν κλασσικά μικρά ψαροκάικα, σαν κι αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα στη λίμνη Γεννησαρέτ. Το πλοιάριο όπου μπήκε ο Κύριος ανήκε στο Σίμωνα, τον μετέπειτα απόστολο Πέτρο. 

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

Κυριακή Α. Λουκά – το Ευαγγελικόν Ανάγνωσμα της Θ. Λ., ομιλία του Νικηφόρου Θεοτόκη, η τήρησις των θείων εντολών είναι χορηγός και των επιγείων αγαθών.


Δύο προστάγματα του Θεού ακούει ο Πέτρος και οι άλλοι μαθηταί του Χριστού που ήσαν μαζί του. «Χαλάσατε (ρίψετε δηλαδή) τα δίκτυα υμών εις άγραν», και, «δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Οι μαθηταί, υπακούοντας προθύμως, στο μεν πρώτον είχαν επιτυχίαν, έπιασαν δηλαδή αναρίθμητον πλήθος ιχθύων, υπακούοντας δε ευθύς και στο δεύτερον, έγιναν σύνθρονοι του Ιησού Χριστού. Τούτο αποδεικνύει επαρκώς, ότι όσοι υποτάσσονται στα θεία προστάγματα, όχι μόνον κληρονομούν την αιώνιαν βασιλείαν, αλλά γίνονται ευτυχείς και σε αυτήν την πρόσκαιρον ζωήν. Επειδή όμως ορισμένοι, στοχαζόμενοι ότι το ανθρώπινον γένος, από την αμαρτίαν του προπάτορος, εξωρίσθη σ’ αυτήν την γη για να πάσχει πάντοτε και να τιμωρείται, νομίζουν ότι όλοι οι νόμοι και τα προστάγματα του Θεού δεν αποβλέπουν καθόλου στην ειρηνικήν και ευτυχή κατάσταση του ανθρώπου στον κόσμον αυτόν, αλλά αφορούν ειδικώς και μόνον στην ψυχικήν σωτηρία μας, γι’ αυτό είναι ωφέλιμο να λαλήσωμε σήμερα κατά της πεπλανημένης αυτής γνώμης, και να δείξωμε ότι αυτή εναντιώνεται όχι μόνον στην διδασκαλία των θείων Γραφών και στα ιστορούμενα και βλεπόμενα παραδείγματα, αλλά και σε αυτόν τον ορθόν λόγον.

Είναι αναρίθμητα τα ρητά των θείων Γραφών τα οποία υπόσχονται στους εργάτες των θείων εντολών αμοιβές επουρανίους, συγχρόνως δε και επιγείους.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

Αρσένιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης (1866 - 1956)


Κατά κόσμον ονομαζόταν Απόστολος Κόντος του Στυλιανού και της Αμερσούδας. Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Βρυσσί Μυ­τιλήνης. Το 1885 ήλθε στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων και υποτάχθηκε στον Γέροντα Νικόδημο (†1907) της Καλύβης των Αγίων Πάντων, από τον οποίο έμαθε και την τέχνη της αγιογραφίας. Αργότερα όμως έμαθε το εργόχειρο της ξυλογλυπτικής, στην οποία σύντομα προόδευσε κατα­πληκτικά. Εκάρη μοναχός το 1887.
Τα ξυλογλυπτικά έργα του, με πολύπλοκες παραστάσεις, πολυπρόσωπα, λεπτότατα και αριστοτεχνικά τον έκαναν φημισμένο και μακριά από τον Άθωνα. Επί 15 χρόνια σκάλιζε περίτεχνα μία «Δευτέρα Παρουσία» και επί 10 χρόνια μια αριστουργηματική «Σταύρωση», που βρίσκεται στην Αμερική, και άλλη, που φυλάγεται στο συνοδικό της Μ. Λαύρας. Έργα του κοσμούν αίθουσες ανακτόρων. Η λεπτή του τέχνη είχε κάτι από τη λεπτότητα, υπομονή και ευγένεια της καθαρής καρδιάς του. Ο ηγούμενος του Παρακλήτου αρχιμανδρίτης Χερουβείμ, που τον συνάντησε το 1938, γράφει περί αυτού: «Η καλλιτεχνική του ψυχή ήταν αγιασμένη από την άσκηση. Την εργασία του την συνόδευε πάντοτε η νηστεία και η προσευχή. Στο πρόσωπό του έβλεπες τον άνθρωπο που ζούσε μόνο για τον Θεόν και τον υπηρετούσε με την λε­πτή, την λεπτοτάτη τέχνη του. Όταν τον εγνώρισα, ήταν περίπου εβδομήντα ετών. Καθόταν σταυροπόδι επάνω σ’ ένα μιντέρι. Γύρω του είχε σκορπισμένα τα εργαλεία. Στα χέρια κρατούσε ένα κομμάτι τσιμισίρι, ξύλο που συνήθως χρησιμοποιούν οι ξυλογλύπται. Τα μάτια του ήσαν φωτεινά, σαν μικρού παιδιού. Το λευκό του πρόσωπο χωρίς καμμία γεροντική ρυτίδα ακτινοβολούσε, ενώ η άσπρη του γενειάδα τον έκα­νε περισσότερο σεβάσμιο. Όλους όσοι είχαν την ευλογία από τον Θεό να τον γνωρίσουν, τους συνέπαιρνε. Τα σοφά του λόγια έβγαιναν από μία αγιασμένη καρδιά». Ο Γέρων Γαβριήλ Διονυσιάτης στο περίφημο Λαυσαϊκόν του αναφέρει περί αυτού: «Η σημερινή δόξα και του Αγίου Όρους καύχημα, είναι ο λαμπρός και περί την αρετήν θαυμαστός καλλιτέχνης Αρσένιος, γέρων ογδοηκοντούτης ήδη με παιδικήν χάριν και αγαθότητα». Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός, που τον επισκέφθηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη το 1914, γράφει στο ημερολόγιό του: «Πηγαίνομε έπειτα στον ξυλογλύπτη Αρσένιο που κάνε το εγκόλπιο των Καρύων, τη Δευτέρα Παρουσία. Αυτοδίδακτος άρχισε από μικρούς άξεστους σταυρούς. Δούλεψε 15 χρόνια τη Δευτέρα Παρουσία. Σε κάθε πρόσωπο έδωκε έκφραση. Στην όψη του έχει σταλαγμένο το φως της εργασίας. Στο μικρό του δωμάτιο όλα τα σύνεργα της τέχνης του. Το κοτσύφι του. Τρώει σμυρτιά απ’ το χέρι, κουκκί κισσού, ζυμάρι. Μια πίστη στον άνθρωπο».


Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Αρσένιος ιερομόναχος Μπόκα (1910 - 1989)


Γεννήθηκε στο χωριό Βάτσα Ντε Σους της Ρουμανίας το 1910, ο Ιωάννης, ο υιός του Ιωσήφ Μπόκα και της Χριστίνας. Το «παρατσούκλι» του στο σχολείο από τους συμμαθητές του ήταν «άγιος», για την ωραία και καθαρή ζωή του. Το σχολείο τελείωσε το 1929 αριστεύοντας. Κατόπιν σπούδασε στη Θεολογική Ακαδημία Σιμπίου. Επίσης έμαθε εκκλησιαστική μουσική, αγιογραφία και ιατρική. Το 1939 εκάρη μοναχός στο μοναστήρι Σίμπαντα Ντε Σιούς και στη συνέχεια χειροτονήθηκε ιερεύς από τον μητροπολίτη Νικόλαο.
Το 1940 ήλθε στο Άγιον Όρος για να εμβαθύνει στον μοναχισμό. Μη γνωρίζοντας κανένα, περιδιάβαινε τα δάση και προσευχόταν να του φανερώσει ο Κύριος πνευματικό οδηγό. Μη βρίσκοντας απάντηση στις προσευχές του, παρακαλούσε θερμά και μετά δακρύων την Παναγία, η οποία του παρουσιάσθηκε και τον ανέβασε στον Άθωνα. Εκεί του φανερώθηκε ένας έμπειρος, άγνωστος, γηραιός ασκητής, ο οποίος του δίδαξε τα της μοναχικής πολιτείας. Η Παναγία τον ενίσχυσε κι έμεινε εκεί επί σαράντα ήμερες νηστικός.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Άνθιμος ιερομόναχος Παντοκρατορινός (1909 - 1993)


Ο κατά κόσμον Αντώνιος Κατσαλιάκης του Ζαχαρία και της Τριανταφυλλιάς γεννήθηκε στο χωριό Τζιτζιφέ Κισάμου Κρήτης το 1909. Στην ιερά μονή Παντοκράτορος προσήλθε το 1928 και εκάρη μοναχός το επόμενο έτος.
Κατά τον φιλοαθωνίτη δάσκαλο Αντώνιο Στιβακτάκη, «ο Γέροντας Άνθιμος Παντοκρατορινός είχε γενναία καρδιά, ακατάβλητο φρόνημα, και αποδείχθηκε κατά τη διάρκεια της Κατοχής γνήσιο τέκνο της λεβεντογέννας Κρήτης, συμμετέχοντας ενεργώς στην Εθνική Αντίσταση και μεταφέροντας μόνος του με μία βάρκα από τον Άθωνα στις ακτές της Μικράς Ασίας Έλληνες και συμμάχους, οι οποίοι εν συνεχεία προωθούνταν στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο, για να συνεχίσουν τον υπέρ ελευθερίας αγώνα». Το 1947 αναχώρησε της μονής του και το επόμενο έτος χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος, λειτουργώντας σε διάφορα μέρη.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

Αρκάδιος ιεροδιάκονος Βατοπεδινός (1865 - 1934)


Ο κατά κόσμον Αστέριος Θεοδώρου γεννήθηκε στο χωριό Σκουπιά της Αλώνης των Πριγκιπονήσων το 1865. Στη μονή Βατοπεδίου προσήλθε το 1882 και το επόμενο έτος εκάρη μοναχός. Το 1887 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1899 προήχθη σε προϊστάμενο της μονής. Στη μονή μόναζε ο κατά σάρκα αδελφός του ιερομόναχος Γερμανός († 1932) και οι ανεψιοί του Παντελεήμων και Νικόδημος.
Ήτο απόφοιτος της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής και της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Κατά τα έτη της φοιτήσεως του στη Ριζάρειο συνεδέθη πνευματικώς μετά του αγίου Νεκταρίου. Τούτο συνέτεινε ώστε η μονή να συνδράμει τις εκδόσεις του άγιου. Με εισήγηση του η μονή ανέλαβε την έκδοση του σπουδαίου βιβλίου του αγίου Χρηστοήθεια. Στη μονή σώζεται το πτυχίο του Αρκαδίου ως αποφοίτου της Ριζαρείου, όπου το 1905 ο άγιος Νεκτάριος υπογράφει ως σχολάρχης.
Λόγω της μορφώσεώς του, του πρότειναν πολλές φορές ανώτατα εκκλησιαστικά αξιώματα, αλλά πάντοτε τα απέρριπτε λέγοντας ταπεινά:
«Εγώ δεν είμαι για τον κόσμο και αν βγω στον κόσμο, όχι μόνο δεν θα βοηθήσω, αλλά θα χάσω και την ψυχή μου». Όταν κάποτε η αδελφή του τον παρότρυνε να δεχθεί να μείνει μόνιμα στον κόσμο, γιατί θεωρούσε την παραμονή του στη μονή μείωση και ζωντανό θάψιμο, ταπεινά της είπε: «Εγώ γι’ αυτό πήγα στη μονή, για να ταπεινωθώ, γιατί μόνο έτσι θα σωθώ».
Διετέλεσε δάσκαλος στο σχολείο της μονής, έφορος της Αθωνιάδος Σχολής, αντιπρόσωπος στην Ιερά Κοινότητα, μέλος της επιτροπής για τον καταρτισμό του Καταστατικού Χάρτου του Άγιου Όρους και για μία τριακονταετία βιβλιοθηκάριος και αρχειοφύλακας της μονής του.
Παντού και πάντοτε ήταν προσηνής, γλυκομίλητος, ευγενής και ταπεινός. Αν και λόγω της μορφώσεώς του και των ερευνών του στα αρχεία της μονής, είχε γράψει αρκετές μελέτες, κυρίως Ιστορικού περιεχομένου, ποτέ δεν τις δημοσίευσε με το όνομά του, αλλά τις έδινε προς έκδοση στον φίλο του μητροπολίτη πρώην Λεοντουπόλεως Σωφρόνιο Ευστρατιάδη. Έργο δικό του είναι και ο κατάλογος των χειρογράφων της μονής Βατοπεδίου, καθώς και μία χειρόγραφη ιστορία της μονής.