Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Μνήμη Γέροντος Βησσαρίωνος Αγαθωνίτου

Δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας
22 Ιανουαρίου 2016
Ο Γέροντας Βησσαρίων ο Αγαθωνίτης κοιμήθηκε οσιακά στις 22 Ιανουαρίου του 1991.
Τους αφανείς εργάτες του αμπελώνος του εμφανώς τους δοξάζει ο Κύριος, που με την παγγνωσία Του προγνωρίζει ότι θα γίνουν όμοιοι της εικόνος Του· αυτούς τους καλεί στην υπηρεσία Του και, αφού τους καθιστά δικαίους τους δοξάζει· «Ους εδικαίωσε τούτους και εδόξασε» (Ρωμ. η΄ 30).
Τέτοιο αφανή εργάτη στις ημέρες μας, που, αφού ανέβηκε τους αναβαθμούς από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν», τον κατέστησε κληρονόμο της Βασιλείας Του δοξάζοντάς τον ταυτόχρονα με αφθαρσία του σκηνώματός του παρουσίασε ο Κύριος τον Γέροντα Βησσαρίωνα τον Αγαθωνίτη. Μη ξεχνάμε ότι «τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα» (Α΄ Κορίνθ. α΄ 28), τους άσημους και περιφρονημένους επιλέγει πάντοτε ο Θεός, για να αποδείξει τιποτένιους και ελάχιστους αυτούς που ο κόσμος θαυμάζει και προβάλλει ως πρότυπα της εφήμερης ζωής τους.
Στις ημέρες μας όπου «επλεόνασεν η αμαρτία» (Ρωμ. ε΄ 20) αλλά περισσεύει η χάρη, ήλθε η ανακομιδή του αφθάρτου σκηνώματος του Γέροντος Βησσαρίωνος να μας προβληματίσει, για την από μέρους μας ατίμωση του ανθρωπίνου σώματος. Ατιμάζεται το ανθρώπινο σώμα με τις χαμαίζηλες επιθυμίες και ορέξεις από όλους μας, που δεν κατανοούμε ότι δεν μας ανήκει· δεν είναι δικό μας· χρήση του κάνουμε, αφού είναι, όπως λέγει ο απόστολος Παύλος «ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορίνθ. στ΄ 19)· ατιμάζεται επίσης και με τη βλάσφημη καύση του μετά την απομάκρυνση απ’ αυτό της αθάνατης ψυχής με μοναδικό στόχο την εξαφάνιση των ιχνών της αγιότητος και την αποδυνάμωση τη πίστεως. Η καύση αυτή των νεκρών, που ήδη εφαρμόζεται σε πολλές χριστιανικές, αλλοίμονο, χώρες, μελετάται να εφαρμοσθεί και στην Ορθόδοξη πατρίδα μας. Δουλαγωγούμε το σώμα και το ταλαιπωρούμε με διαρκή άσκηση, όχι για να καταστρέψουμε την υγεία του, αλλά για να περιορίσουμε την επίδρασή του στα πνευματικά και να ανεβούμε την κλίμακα της αρετής με τη ζώωση του πνεύματός μας, αφού είναι γνωστό ότι « η σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος το δε πνεύμα κατά της σαρκός» (Γαλάτ. ε΄ 17). Μετά όμως το θάνατο, δηλαδή το χωρισμό της άφθαρτης ψυχής από τη φθειρόμενη σάρκα το σώμα το περιποιούμεθα και με τιμές το παραδίδουμε στη γη, από τη οποία πλάσθηκε, για να αναστηθεί στην κοινή εξανάσταση, όπου θα συναχθούν τα γυμνά οστά και θα λάβουν σάρκα και νεύρα για να παρουσιασθούν ενώπιον του δικαιοκρίτου Κυρίου, που με το στόμα του προφήτου Ιεζεκιήλ λέγει: «Ιδού εγώ ανοίγω τα μνήματα υμών και ανάξω υμάς εις την γην του Ισραήλ και γνώσεσθε ότι εγώ είμι Κύριος εν τω ανοίξαί με τους τάφους υμών του αναγαγείν με εκ των τάφων τον λαόν μου και δώσω πνεύμά μου εις υμάς και ζήσεσθε» (Ιεζ. λζ΄ 12-14).
Ο Γέρων Βησσαρίων γεννήθηκε στην ευλογημένη μεσηνιακή γη, στην ειδυλιακή παραλιακή κώμη του Πεταλιδίου το έτος 1908· το κοσμικό του όνομα ήταν Ανδρέας. Έφηβος πήγε στην Καλαμάτα, όπου συνδέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους και άναψε μέσα του ο θείος έρωτας και η φλόγα της μοναχικής πολιτείας και της ολοκληρωτικής σ’ Αυτόν αφιερώσεως. Άρχισε έτσι την ουρανοδρόμο πορεία του, που τον έφτασε μέχρι τρίτου ουρανού, όπου ήχος καθαρός εορταζόντων, απαύστως δοξολογούντων τον Κύριο. Έλαβε το μοναχικό σχήμα με το όνομα Βησσαρίων και κατόπιν χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας με το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου. Η κατά κόσμο παιδεία του περιορίστηκε στο Σχολαρχείο, η κατά Θεόν όμως τον ανέδειξε πηγή σοφίας αστείρευτη με τη διαρκή μελέτη των θείων Γραφών και την αυστηρή τήρηση των θεϊκών ενταλμάτων. Η σοφία του ανθρώπου από την έμπρακτη εφαρμογή του νόμου του Θεού φαίνεται, όπως μας λέει και ο αδελφόθεος Ιάκωβος: «Τις σοφός και επιστήμων εν υμίν; Δειξάτω εκ της καλής αναστροφής τα έργα υτού εν πραΰτητι σοφίας» ( Ιά. γ΄ 13).
Ο Γέρων Βησσαρίων ήταν γεμάτος από αγάπη Θεού, που εύρισκε πρακτική εφαρμογή στα πρόσωπα των συνανθρώπων του σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου μας «ει εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40). Ο ευαγγελιστής της αγάπης, Ιωάννης, για την πρακτική εφαρμονή τη αγάπης συνεχίζει λέγοντας: «Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν. Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν, ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε πως δύναται αγαπάν;» (Α΄ Ιω. δ΄ 20). Η Καρδίτσα στη αρχή και η Φθιώτιδα αργότερα, με κέντρο τη Μονή Αγάθωνος υπήρξαν τα πεδία της δράσεως του Γέροντος Βησσαρίωνος. Αυτές θα γευθούν τους πνευματικούς εύχυμους καρπούς, τις αγαθοεργίες και το εκχύλισμα της καρδιάς του. Ακένωτη πηγή προσφοράς ο Γέροντας κένωνε τον ίδιο τον εαυτό του στην υπηρεσία του πλησίον μιμούμενος τον Κύριό μας, ο οποίος «εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος» (Φιλιπ. β΄ 7). Τους καρπούς των έργων του γεύθηκαν οι πάντες. Διακονία στο μοναστήρι, διακονία και στον κόσμο. Προσφορά στην αδελφότητα, προσφορά και στην κοινωνία. Αλάνθαστη ποδηγεσία των εξομολογουμένων μοναχών και λαϊκών. Αρωγή στους κινδυνεύοντες, χορτασμός των πεινώντων, πλουτισμός των πενήτων, οδηγός των πλανωμένων. Σώζει ο γέροντας τους νέους της Λάρισας από τα χέρια των Γερμανών. Επισκέπτεται και ενισχύει κάθε εβδομάδα τους ασθενείς στο νοσοκομείο της Λαμίας. Εξομολογεί και ελκύει με τη σαγήνη της αγάπης του τους μαθητές του εκκλησιαστικού λυκείου Λαμίας. Συγκρατεί τα παιδιά των χωρικών από ολισθήματα. Ειρηνεύει τα ανδρόγυνα. Μοιράζει από τα έσοδα του μοναστηριού στους πτωχούς, των οποίων γνώριζε τις ανάγκες. Προίκιζε άπορα κορίτσια. Συνέτρεχε στις ανάγκες όλων των κατοίκων της περιοχής, που έβλεπαν στο πρόσωπο του Γέροντος Βησσαρίωνος τον αφανή εργάτη της αγάπης, τον ίδιο τον Κύριο, που έπαιρνε τη μορφή του ταπεινού Αγαθωνίτη μοναστή. Η ασθενική και αδύναμη φωνή του, μετά από περιστατικό με τους Γερμανούς, δεν πρόδιδε τη δυναμική αγάπη της καρδιάς του. Αγαπούσε ολοκάρδια το Θεό και είναι σίγουρο ότι και Εκείνος τον αγαπούσε ως «ιλαρό δότη» (Β΄ Κορίνθ. θ΄ 7), αφού συχνά τον άκουγες να εξωτερικεύει την αγωνία του και να λέει στους συμμοναστές του: «Οι άνθρωποι έξω είναι φτωχοί· έξω πεινάνε· πρέπει να τους βοηθήσουμε». Δίκαια, λοιπόν, τον ονόμαζαν «ο άγιος των πτωχών».
Δεν σταματούσε η προσφορά του Γέροντος στο κοινωνικό έργο. Στο μοναστήρι καθόταν σαν λαμπάδα αναμμένη μπροστά στην εκκλησία. Υποδεχόταν τους προσκυνητές με το ευπροσήγορο χαμόγελό του και τους ανέπαυε με τα λόγια του. Τους περισσότερους τους γνώριζε με τα ονόματά τους, όπως ο καλός ο ποιμήν ο οποίος γνώριζει τα πρόβατά του και γνωρίζεται απ’ αυτά (Ιω. ι΄ 14). Και όχι μόνο τους γνώριζε, αλλά γνώριζε και τα προβλήματά τους, για τα οποία με ενδιαφέρον ρωτούσε και συνέτρεχε κατά τη δύναμή του υλικά και απεριόριστα με την ολόθερμη προσευχή του. Το κέρασμα του καφέ περιείχε και το βάλσαμο της πνευματικής επικοινωνίας γνωρίζοντας ότι «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4)· γι’ αυτό και πολλές φορές μόνος του τον έψηνε και τον προσέφερε μαζί με το δροσερό άντλημα της καρδιάς του.
Ήλθε όμως το πλήρωμα του χρόνου που ο αφιλάργυρος άνθρωπος, ο παραθεωρητής των ματαίων του κόσμου, ο ασκητής που τα θεωρούσε όλα σκύβαλα «ίνα Χριστόν κερδήση» (Φιλιπ. γ΄ 8) θα πλήρωνε το γραμμάτιο της ζωής. Τη στιγμή αυτή ο Γέρων Βησσαρίων τη περίμενε με λαχτάρα, αφού και γι’ αυτόν ίσχυε το Παύλειο: «Εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» (Φιλιπ. α΄ 21). Μετά από σύντομη ασθένεια που εξελίχθηκε σε πνευμονικό οίδημα ο Γέρων άφησε το φθαρτό τούτο κόσμο, για να περάσει στον κόσμο της αφθαρσίας, στην ατελεύτητη μακαριότητα. Κοιμήθηκε ειρηνικά στο νοσοκομείο Σωτηρία της Αθήνας, στις 22 Ιανουαρίου του 1991.
Η είδηση του θανάτου του Γέροντος συγκλόνισε όχι μόνο τα πνευματικά του παιδιά, αλλά όλη τη Φθιώτιδα. Το μοναστήρι ντυμένο στα λευκά, από το πολύ χιόνι των ημερών εκείνων, υποδέχθηκε το σκήνωμα του κατάλευκου στην ψυχή πατρός Βησσαρίωνος, που ήδη βρισκόταν στα χέρια του Θεού. Τρεις ημέρες σε λαϊκό προσκύνημα δεν ήταν αρκετές για να περάσει όλος ο κόσμος που είχε ευεργετηθεί από τον μακαριστό πατέρα. Και μάλιστα με ιδιαίρετα αντίξοες συνθήκες, από την κακοκαιρία του χειμώνα. Την τρίτη ημέρα, αφού το νεκροταφείο της Μονής ήταν δυσπροσπέλαστο, αποφάσισαν οι πατέρες να θάψουν το ευλογημένο σκήνωμα στα βαπτιστήρια, σε δωμάτιο, όπου ο γέροντας συνήθιζε να εξομολογεί το πλήθος των πνευματικών του παιδιών. Εκεί απ’ όπου μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια θα έβγαινε το σκήνωμα όπως ακριβώς κατατέθηκε, χωρίς το παραμικρό ίχνος αλλοιώσεως, για να δεικνύει πάντοτε την ευαρέσκεια του Θεού στην οσιακή αφανή βιοτή του, και να μας επιβεβαιώνει το ψαλμικό «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού» (Ψαλμ. 67, 35).
Η δύναμη της προσευχής του σώζει Λαρισαίους από το Γερμανικό απόσπασμα.
Στην Γερμανική κατοχή μιά ομάδα πατριωτών Λαρισαίων βρέθηκε στο απόσπασμα. Μάταια ο Μητροπολίτης Λαρίσης παρακαλούσε για την διάσωσή του. Ο στυγνός Γερμανός διοικητής ήταν ανένοτος. Μάλιστα όρισε και την ημερα της εκτελέσεως.
Ο Γέρων Βησσαρίων βρισκόμενος στην Λάρισα όλη την νύκτα δεν μπορούσε να ησυχάσει. Δεν χωρούσε στο μυαλό του η ιδέα της εκτελέσεως των αθώων Λαρισαίων. Την παραμονή της εκτελέσεως πήγε στο Ναό του πολιούχου της πόλεως, του Αγίου Αχιλείου και έπεσε στο γόνατα. Ικετευτικά παρακαλούσε τον Άγιο να διασώσει τα παιδιά του. Τα δάκρυα του μούσκεψαν το χώρο μπροστά από το ιερό προσκυνητάρι. Μιλούσε στον άγιο με θέρμη και η προσευχή του ανέβηκε κατ’ ευθείαν στο θρόνο της μεγαλωσύνης του εύσπλαγχνου Κυρίου μας μέσα από την μεσιτεία του θαυματουργού της Λαρίσης ιεράρχου. Και η απάντηση από τον ουρανό δεν άργησε να δοθεί.
Πρωΐ Πρωΐ την επόμενη ημέρα πηγαίνει στον άκαμπτο Γερμανό διοικητή και του αναγγέλει το αίτημά του. Με έκπληξη βλέπει αυτόν να μαλακώνει, να κάμπτεται, να υποχωρεί. Για χάρη σου του λέει τους ελευθερώνω. Πάρε τους και φύγε!
Η προσευχή του είχε μεταβιβαστεί κατάλληλα και το αποτέλεσμά της υπήρξε άμεσο.
Ο φόβος του διαμελισμού του σκήνους μεταποιήθηκε σε χαρά
Ο ιατροδικαστής κύριος Γιαμαρέλλος για να πιστοποιήσει το θαύμα της αφθαρσίας του σκηνώματος του Γέροντος Βησσαρίωνος ενώπιον του ηγουμένου της Μονής π. Δαμασκηνού και των λοιπών της μονής πατέρων κουνούσε τα χέρια και τα πόδια του Γέροντος με μεγάλη δύναμη, όπως οι ορθοπεδικοί γιατροί τα μέλη των ασθενών τους, για διαπίστωση τυχόν αυτών δυσκαμψίας. Ο π. Δαμασκηνός φοβούμενος διαμελισμό του σκήνους από τις απότομες αυτές κινήσεις παρακάλεσε τον ιατροδικαστή να είναι πιό προσεκτικός. Εκείνος με επιστημονική κατάφαση απάντησε ότι δεν μπορούσε να υπογράψει το ορώμενο θαύμα αν δεν ήταν απόλυτα πεπεισμένος γι’ αυτό. Στο τέλος έκανε το σταυρό του και είπε. Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που με αξίωσες στη δύση της σταδιοδρομίας μου να δω τα θαυμάσιά Σου! Ο θαυμασμός του για το υπερφυσικό θέαμα ενισχυόταν επίσης από το ότι το σκήνος του οσίου βάσταζε το ιερό ευαγγέλιο, που του έβαλαν μετά την απομάκρυνση του μεγάλου κατά την ταφή, πολύ σφιχτά, παρ’ όλο που το χέρι μετά από τόσες ημέρες (τρεις ημέρες βρισκόταν σε λαϊκό προσκύνημα με το μεγάλο Ευαγγελίο) θα έπρεπε να εφαπτόταν μόνο του ιερού ευαγγελίου. Επίσης ότι το σκήνος δεν είχε περάσει την κατάσταση του τυμπανισμού, όπως όλα, αλλά πέρασε απ’ ευθείας στην κατάσταση της αφυδατώσεως.
Το τερπνόν μετά του οφελίμου
Ο Γέρων Βησσαρίων πήγαινε τακτικά στο εκκλησιαστικό λύκειο Λαμίας και εξομολογούσε τους μαθητές. Η εξομολόγηση ήταν μέσα στα ποιμαντικά του καθήκοντα και η αγωνία του για τη σωτηρία των ψυχών, ιδιαίτερα των νέων τον συχείχε. Οι μαθητές ήσαν πολλές φορές αδιάφοροι για την εξομολόγηση. Έπρεπε κάτι να μηχανευθεί για να τους προσελκύσει και να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους. Ως άλλος Παύλος γινόταν «τοις πάσι τα πάντα, ίνα πάμντως τινάς σώση» (Α΄ Κορίνθ. θ΄ 22). Και το πετύχαινε. Μετά την εξομολόγηση έβαζε πάντοτε «κάτι» στα χέρια των παιδιών. Αυτά χαρούμενα το διέδιδαν και στα άλλα, οπότε όλα σχεδόν πήγαιναν όχι τόσο για την εξομολόγηση, όσο για το χαρτζιλίκι. Ο Γέροντας βέβαια το γνώριζε αυτό, αλλά με την καλωσύνη του και τις προσευχές του τραβούσε όλο και περισσότερα παιδιά, που γλυκαίνονταν στην εξομολόγηση ώστε να γίνει απαραίτητο συστατικό, όπως έπρεπε άλλωστε, της πνευματικής τους προόδου. Συνδύαζε ο Γέροντας «το τερπνόν μετά του ωφελίμου».
Αφιλάργυρος προικοδότης
Ο Γέρων Βησσαρίων δεν βαστούσε χρήματα πάνω του. Πολλές φορές ούτε για τα εισιτήριά του. Η θεραπεία των αναγκών των άλλων ήταν το πρωταρχικό του μέλημα.
Μιά ημέρα ένας ευσεβής χριστιανός, που γνώριζε τις αρετές του γέροντος, του έβαλε στην τσέπη ένα φακελλάκι με κάποια χρήματα. Ήταν σίγουρος ότι θα πάνε σε καλό σκοπό, και ο Γέρων γνώριζε που και πως να τα διαθέσει.
Μετά από λίγο μιά πτωχή γυναίκα τον πλησίασε και ζήτησε να τη βοηθήσει. Ο Γέρων αμέσως κατάλαβε τις ανάγκες της και ως ευσυμπάθητος που ήταν έβαλε το χέρι στην τσέπη και χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενο του φακέλλου το έσυρε και της το έδωσε. Εκείνη ευχαρίστησε και έφυγε.
Μετά από ένα περίπου χρόνο τον επισκέφθηκε η ίδια γυναίκα, όχι πάλι για να ζητήσει βοήθεια, αλλά για να τον ευχαριστήσει.
— Σ’ ευχαριστώ, Γέροντα, για την αγάπη σου. Με τα χρήματα που μου έδωσες τις προάλλες μπόρεσα και όχι μόνο βγήκα από τη δύσκολη οικονομική θέση που βρισκόμουν, αλλά πάντρεψα και το παιδί μου. Ο αφιλάργυρος γέροντας είχε δώσει, χωρίς να το ελέγξει πολύ μεγάλο χρηματικό ποσόν. Όσο χρειαζόταν για να λύσει τα προβλήματα της πτωχής γυναίκας.
Το πεινασμένο παιδάκι της κατοχής
Ήταν προπαραμονές Χριστουγέννων του έτους 1988. Στο Αρχονταρίκι της Μονής Αγάθωνος με κρεμαστό τζάκι ο Γέροντας Βησσαρίων διάβαζε κάποιο Χριστιανικό έντυπο. Ήταν απορροφημένος και φαινόταν συγκινημένος. Σε μιά στιγμή ο σημερινός Ηγούμενος, πατήρ Δαμασκηνός, ο οποίος καθόταν κοντά του και έγραφε Χριστουγεννιάτικες κάρτες αντιλήφθηκε το Γέροντα να κλαίει και να προσπαθεί να σφογγίσει τα δάκρυά του. Γιατί κλαις, παπούλλη, τον ρώτησε;
— Δεν έχω τίποτα, παιδί μου, απάντησε, μην ανησυχείς!
Μα κλαις, παπούλλη! Πες μου γιατί κλαις; Σου συμβαίνει τίποτα;
— Όχι, παιδί μου! Να, κάτι θυμήθηκα. Ποτέ να μην ξανάρθουν στον τόπο μας εκείνα τα μαύρα χρόνια της κατοχής, της εξαθλιώσεως, της πείνας. Θυμάμαι κάτι που μου συνέβηκε κατά τη Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων του 1941, σε ένα ορεινό χωριό της Καρδίτσας, όπου τότε εφημέρευα. Όταν βγήκα στην Ωραία Πύλη με το Άγιο Δισκοπότηρο στα χέρια και είπα το «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», άρχισαν να έρχονται για τη Θεία Κοινωνία όλοι οι χωριανοί, με προπορευόμενα τα παδιά τους. Μιά νεαρή μάννα έφερε μπροστά μου το σκελετωμένο παιδάκι της. Εκείνο άνοιξε το στοματάκι του και περίμενε το Θείο Μαργαρίτη· περίμενε να μεταλάβει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας. Μου είπε το όνομά του και τι κοινώνησα. Αλλά, αντί να απομακρυνθεί κράτησε σφιχτά, το καϋμένο, με τα αδυνατισμένα χεράκια του το ιερό μάκτρο, το κόκκινο μανδήλι που σκουπίζουμε τα στόματά μας μετά τη Θεία Κοινωνία, και μου φώναξε κλαίοντας:
—Κι’ άλλο, παπούλλη, κι’ άλλο!
Πεινούσε το παιδάκι μου! Λύγισαν τα γόνατά μου και μιά τρεμούλα απλώθησε σε όλο το κορμί μου. Βούρκωσαν τα μάτια μου και για να μη δουν οι πιστοί γύρισα στην Αγία Τράπεζα. Άφησα το Άγιο Ποτήριο και κάθισα σ’ ένα σκαμνάκι. Έκλαψα και είπα με ανθρώπινο πόνο:
— Γιατί άφησες, Θεέ μου, την πατρίδα μας να έλθει σε τέτοια δυστυχία; Λυπήσου, Κύριε, τα παιδιά μας!
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑhttp://www.pemptousia.gr/