Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

Κυριακή Στ΄ Λουκά. Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη, Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης.


Ο Κύριος μας βρίσκεται στη χώρα των Γαδαρηνών. Βλέπουμε τους κατοίκους της περιοχής να τους έχει καταβάλει μεγάλος φόβος. Ποιος ήταν ο λόγος του φόβου αυτού; Γιατί τρόμαξαν από την παρουσία του Κυρίου;

Ο Κύριος είχε έλθει στον κόσμο και διέθετε όλες τις ημέρες και ώρες της ζωής του για την εξυπηρέτηση όλου του κόσμου, για την εξυπηρέτηση όσων είχαν ανάγκη της χάρης Του, της ευεργετικής παρουσίας Του, των θαυμάτων Του. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων μάς πληροφορεί ότι «διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος πάντας»[1].

Τα θαύματα του Κυρίου είναι αναρίθμητα. Χιλιάδες ασθενείς από όλα τα μέρη της Παλαιστίνης και των άλλων περιοχών έτρεχαν πλησίον του Κυρίου και λάμβαναν την θεραπεία από κάθε είδους ασθένεια, απολάμβαναν την άπειρη αγάπη και τις δωρεές Του και με βαθειά ευλάβεια τον ακολουθούσαν παντού. Κι όμως οι Γαδαρηνοί μόλις τον αντίκρυσαν, κυριεύθηκαν από φόβο μεγάλο· «φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο». Γιατί όμως τους κατέλαβε αυτός ο φόβος;


Αλήθεια, γιατί να φοβηθούν τόσο; Ασφαλώς κι αυτοί θα είχαν ακούσει για την αγάπη του Χριστού. Ασφαλώς θα είχαν πληροφορηθεί για τα άπειρα θαύματα του. Άλλωστε και οι ίδιοι προσωπικά είδαν με τα μάτια τους ένα καταπληκτικό θαύμα. Είδαν τον Κύριο να θεραπεύει ένα συμπατριώτη τους, ο οποίος είχε καταληφθεί από ολόκληρη στρατιά πονηρών δαιμόνων.

Και το θαύμα αυτό ήταν βέβαια, κατά πρώτο και κύριο λόγο ευεργεσία για τον άνθρωπο αυτό, που δοκιμαζόταν από τα δαιμόνια, αλλά και γι’ αυτούς. Γιατί τα πονηρά δαιμόνια τον είχαν κάνει πολύ επικίνδυνο για εκείνους τον άνθρωπο αυτό. Όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ο δαιμονιζόμενος είχε καταντήσει άγριος, επιθετικός και πολύ επικίνδυνος, ώστε να μην τολμά κανείς να περάσει από το δρόμο που περνούσε αυτός[2]. Για να αισθάνονται ασφαλείς απ’ αυτόν και να αποφύγουν τον κίνδυνο, τον έδεναν με αλυσίδες και σιδερένια δεσμά. Μάταια όμως. Γιατί αυτός με την δύναμη των δαιμόνων που τον είχαν κυριεύσει, έσπαζε τις αλυσίδες και τα δεσμά, εξαγριωνόταν, και γινόταν περισσότερο επιθετικός. Και τώρα τον έβλεπαν «ἱματισμένον καί σωφρονοῦντα παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ».

Το γεγονός αυτό έπρεπε να τους γεμίσει από χαρά. Να τους δώσει θάρρος και δύναμη, για να ζητήσουν και άλλες δωρεές, υλικές και πνευματικές, από τον πανάγαθο Κύριο. Αντίθετα, αυτοί «ἐφοβήθησαν», «φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο».

Κι αυτό το έπαθαν, γιατί είδαν και ένα άλλο θαύμα που τρόμαξε την ένοχη συνείδησή τους. Ποιο ήταν αυτό; Είδαν τον πνιγμό των χοίρων. Τα κουφάρια τους έπλεαν στα νερά της Τιβεριάδας. Αντιλήφθησαν πολύ καλά οι Γαδαρηνοί την σημασία και τον σκοπό του θαύματος αυτού. Ήταν καθαρά μια παιδαγωγική τιμωρία γι’ αυτούς, διότι, παρά την απαγόρευση του μωσαϊκού νόμου, αυτοί έτρεφαν, εμπορευόταν, και πολύ πιθανόν να έτρωγαν τους χοίρους. Φανερά και χωρίς κανένα πρόσχημα ήταν παραβάτες της θείας εντολής, για να κερδίζουν χρήματα.

Εάν η θεραπεία του δαιμονισμένου μαρτυρούσε την αγαθότητα του Θεού, ο πνιγμός «τῆς ἀγέλης τῶν χοίρων» μαρτυρούσε την δικαιοσύνη Του. Επειδή ακριβώς ήταν ένοχοι για την παράβαση αυτή του νόμου αλλά και για άλλα αμαρτήματα, κυριεύθηκαν από φόβο. Γιατί η αμαρτία γεννάει πάντοτε φόβους στην καρδιά του αμαρτωλού ανθρώπου που δεν μετανοεί.

Αν κάποιος μελετήσει την συμπεριφορά αμαρτωλών ανθρώπων, πωρωμένων, θα διαπιστώσει πολλά πράγματα. Μια φοβερή συνέπεια της αμαρτίας είναι ο φόβος απέναντι στο Θεό και τους ανθρώπους, είναι η διαρκής ανησυχία. Ο αμαρτωλός άνθρωπος φοβάται τους πάντες και τα πάντα. Η συνείδησή του τον ελέγχει για τις αδικίες που έχει διαπράξει στους άλλους, για τις συκοφαντίες που έχει διαδώσει, για όλα όσα έχει διαπράξει στο σκοτάδι της νύκτας ή κρύπτοντας τον εαυτό του. Ακόμα του καταλογίζει την ενοχή του, του υπενθυμίζει με πολλούς τρόπους το λόγο του Κυρίου· «οὐκ ἒστι κρυπτόν, ὃ οὐ φανερόν γενήσεται, οὐδέ ἀπόκρυφον ὃ οὐ γνωσθήσεται καί εἰς φανερόν ἒλθῃ»[3].

Ο ένοχος φοβάται μήπως οι άλλοι έμαθαν ποιος πραγματικά είναι και τι έχει κάνει στη ζωή του. Από τον φόβο και την αγωνία του παρεξηγεί και την πιο απλή φράση τους, το πιο αθώο βλέμμα τους. Δίνει άλλη σημασία στην συμπεριφορά τους, την κρίνει ανάλογα με αυτό που έχει στην καρδιά του. Εάν εκείνοι είναι απασχολημένοι με κάποια υπόθεσή τους και δεν του μιλήσουν και δεν του φερθούν με εγκαρδιότητα, αμέσως υποπτεύεται ότι προσπαθούν να τον αποφύγουν, γιατί έμαθαν ποιος είναι.

Εάν οι αμαρτίες του είναι μεγάλες, εάν είναι καταχρήσεις εξουσίας και απάτες, εάν είναι εγκλήματα κατά της ζωής και της τιμής των άλλων, τότε ο φόβος του γίνεται ακόμη μεγαλύτερος, βαρύς και ανυπόφορος. Ο εγκληματίας παντού βλέπει εχθρούς και εκδικητές, έτοιμους να του κάνουν κακό. Υποπτεύεται τους πάντες, ακόμη και τους άμεσους συγγενείς του. Γίνεται φοβερά καχύποπτος. Βλέπει φανταστικούς κινδύνους. Χάνει τον ύπνο του. Τρέμει με τον παραμικρό θόρυβο, φωνάζει, ταλαιπωρείται από εφιάλτες, τον κυριεύει το αίσθημα της φυγής. Σ’ αυτόν εφαρμόζεται ο θεόπνευστος λόγος από το βιβλίο των Παροιμιών ότι· «φεύγει ὁ ἀσεβής μηδενός διώκοντος»[4]. «Φύλλων οἱ κτύποι ἐκφοβοῦσι λαγωούς», λέει ο Μέγας Βασίλειος. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και σ’ αυτόν, το φοβίζουν και τα πιο ασήμαντα γεγονότα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε και για ένα άλλο μεγάλο φόβο τον οποίο δημιουργεί στην καρδιά του αμετανόητου αμαρτωλού η συναίσθηση της ενοχής και της ευθύνης ενώπιον του δικαιοκρίτου Θεού. Η συνείδηση άλλοτε εντονότερα και άλλοτε ηπιότερα, πάντοτε όμως, του υπενθυμίζει και του επαναλαμβάνει ότι θα δώσει λόγο για τις πράξεις του ενώπιον του Θεού. Προσπαθεί, μάταια όμως, να πνίξει αυτή τη φωνή. Δεν θέλει εξαιτίας του φόβου του να ακούει για τον Θεό, για το θείο θέλημα, για τον θάνατο και τη μέλλουσα κρίση.

Όταν ο Φήλιξ, ο Ρωμαίος αυτός Ηγεμόνας της Καισάρειας, άκουσε τον Απόστολο Παύλο να του μιλάει για τη θεία δικαιοσύνη και τη μέλλουσα κρίση έγινε «ἒμφοβος». Τον κατέλαβε μεγάλος φόβος. Και όπως πάντοτε κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις, άνθρωποι σαν κι αυτόν, διέκοψε τον Απόστολο Παύλο και του είπε «προς το παρόν πήγαινε, όταν βρω ευκαιρία θα σε καλέσω»[5].

Η ζωή του αμετανόητου αμαρτωλού είναι ανήσυχη, ταραγμένη, γεμάτη φόβους και αγωνίες. Αντίθετα η ζωή του πιστού χριστιανού, του ανθρώπου του Θεού είναι ήρεμη, ειρηνική, χαρούμενη. Και τούτο γιατί πιστεύει και αγαπά τον Θεό, σέβεται και αγαπά τον πλησίον και αγωνίζεται να ζει σύμφωνα με θέλημα του Θεού. «Εἰρήνη πολλή τοῖς ἀγαπῶσι τόν νόμον» του Κυρίου. Αμήν.

[1] Πράξ. ι΄ 38.


[2] Ματθ. η΄ 28.


[3] Λουκ. η΄ 17.


[4] Παροιμ. κη΄ 1.


[5] Πραξ. κδ΄ 25.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΡΗΤΗΣ