Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Κυριακή Α΄Λουκά, Ευαγγ. Ανάγνωσμα : Λουκά ε΄ 1-11 (25-9-2016)


Ξένιας Παντελή ,θεολόγου
Η Εκκλησία μας όρισε από την επόμενη Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και μέχρι τα Χριστούγεννα να διαβάζονται οι Ευαγγελικές περικοπές παρμένες από το Ευαγγέλιο του Λουκά. Η σημερινή περικοπή πρώτη αυτής της σειράς, κάνει λόγο για την κλήση των πρώτων τεσσάρων μαθητών του Κυρίου, του Πέτρου, του Ανδρέα , του Ιάκωβου και του Ιωάννη και μας διδάσκει πως πρέπει να δέχεται ο άνθρωπος το θείο κάλεσμα. Το ενδιαφέρον για το πρόσωπο του Χριστού είναι ένα μυστήριο που συντελείται στην καρδιά του ανθρώπου.


Ο απόστολος Πέτρος ήταν δεμένος με το Χριστό, γιατί στο πρόσωπο του συνάντησε την πηγή της ζωής. Η ζωή αυτή ανακαίνιζε τη ζωή του, της έδινε νόημα, της έδινε προοπτική, της χάριζε ελπίδα. Όταν κάποτε πολλοί από τους μαθητές του Χριστού τον εγκατέλειψαν, εκείνος στράφηκε προς τους δώδεκα και τούς ρώτησε: «μη και υμείς θέλετε υπάγειν;». Τότε ὁ Πέτρος του απάντησε: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ἰω. 6, 67-68). Ο Πέτρος μέσα από το λόγο του Χριστού αποκτούσε την αίσθηση της αιώνιας ζωής. Γι αυτό η δίψα του για το Θεό ήταν ταυτόχρονα δίψα ακροάσεως του λόγου του. Η δίψα αυτή αποτελεί απόδειξη πνευματικής υγείας. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέει ότι, όπως η όρεξη είναι απόδειξη υγείας του σώματος, έτσι και η επιθυμία ακροάσεως πνευματικών λόγων είναι απόδειξη της υγείας της ψυχής. Οι πνευματικοί λόγοι τρέφουν την καρδιά και δεν την αφήνουν να νεκρωθεί. Ο Μέγας Βασίλειος λέει: «αγαθών νοημάτων γίνου ακροατής και τη τούτου μελέτῃ συντήρει σην καρδίαν». Τα αγαθά νοήματα πρέπει να γίνονται ύλη που επεξεργάζεται ο νους , όχι για να τα αναλύσει και να τα κατατάξει, αλλά για να τα αφομοιώσει και να τα μεταβάλλει σε αγαθές πράξεις και επιλογές.

Καθώς ο Κύριος πέρασε την ακρογιαλιά της Γαλιλαίας ένα μεγάλο πλήθος κόσμου τον ακολούθησε για να ακούσει την διδασκαλία του. Ο Κύριος επέλεξε να ανεβεί στη ψαρόβαρκα του Σίμωνα γιατί από εκεί θα μπορούσε να βλέπει όλο το τον κόσμο και η επικοινωνία θα ήταν άμεση. Όταν τελείωσε τη διδασκαλία του ο Κύριος, λέει στον Σίμωνα: «Φέρε πάλι το πλοίο στα βαθιά νερά της λίμνης και ρίξτε τα δίχτυα σας». Ο Σίμων όμως με έκπληξη του αποκρίνεται: «Διδάσκαλε, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τα δίχτυα και δεν πιάσαμε τίποτε. Αφού όμως το λες εσύ, θα ρίξω το δίχτυ». Και το θαύμα που ακολούθησε ήταν εντυπωσιακό. Το δίχτυ τους γέμισε τόσο πολλά ψάρια, ώστε άρχισε να σχίζεται. Οι ψαράδες τότε φώναξαν αμέσως τους συνεταίρους τους που ήταν στο άλλο πλοίο, να βοηθήσουν να σύρουν το δίχτυ επάνω. Αλλά τα ψάρια ήταν τόσο πολλά, ώστε τα δυο πλοία κινδύνευαν να βυθισθούν.

Τι νόημα όμως είχε αυτό το τόσο εντυπωσιακό θαύμα; Και γιατί ο Κύριος πριν το επιτελέσει ζήτησε από τους ψαράδες να ρίξουν τα δίχτυα τους και μάλιστα σε ακατάλληλη ώρα; Διότι ο Κύριος μέσα από το θαύμα αυτό ήθελε να διδάξει πολύ μεγάλες αλήθειες στους ψαράδες της Γαλιλαίας, τους οποίους σε λίγο θα καλούσε να γίνουν αλιείς ανθρώπων και να σαγηνεύουν στα πνευματικά τους δίχτυα όλη την οικουμένη. Αυτό το θαύμα ήταν τύπος της πνευματικής αλιείας τους. Και έπρεπε να χαραχθεί βαθιά στην ψυχή τους. Έπρεπε να το θυμούνται πολύ καλά οι Απόστολοι του Κυρίου όταν αργότερα στο τεράστιο έργο τους θα συναντούσαν δυσκολίες και απογοητεύσεις. Να θυμούνται και να συναισθάνονται ότι στην πνευματική τους διακονία χωρίς τον Κύριο δεν θα μπορούσαν τίποτε να επιτύχουν, ενώ με τη δική του δύναμη θα μπορούσαν να κάνουν τα πάντα. Άδεια τα δίχτυα χωρίς την ευλογία του. Γεμάτα όταν τα ευλογούσε ο Χριστός.

Έπρεπε ακόμη να καταλάβουν οι μαθητές μέσα από το θαύμα αυτό ότι για να έχουν καρποφορία στο έργο τους θα έπρεπε να έχουν τυφλή υπακοή στα προστάγματα του Κυρίου. Ακόμη και σ’ αυτά που δεν κατανοούσε η περιορισμένη τους λογική. Και να μην υπολογίζουν κόπο και θυσίες. Αυτοί να δίνουν το χρόνο τους, τον κόπο τους και τη ζωή τους στην υπηρεσία του Κυρίου, για να τα μεταχειρισθεί όπως αυτός ήθελε· έχοντας τη βεβαιότητα ότι ο Κύριος θα επιβραβεύει τη θυσία τους, την πρόθυμη υπακοή τους, την αδιάσειστη πίστη τους στη δύναμή του.

Όταν είδε ο Πέτρος το πρωτοφανές αυτό και ανέλπιστο πλήθος των ψαριών, έπεσε στα γόνατα του Χριστού και είπε: «Βγες από το πλοίο μου και φύγε από μένα, Κύριε, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός και δεν είμαι άξιος να σ’ έχω στο πλοίο μου». Ο Κύριος όμως τον καθησύχασε και του είπε: «Μη φοβάσαι. Από τώρα θα σαγηνεύεις ανθρώπους, τους οποίους με το κήρυγμα σου θα οδηγείς στη σωτηρία». Κατόπιν αφού όλοι μαζί οι ψαράδες επανέφεραν τα πλοία στη στεριά, άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.

Ωστόσο όμως η στάση του αποστόλου Πέτρου μας δημιουργεί κάποιον προβληματισμό. Γιατί αντί να πανηγυρίσει για το μεγαλειώδες θαύμα, παρακάλεσε τον Κύριο να φύγει από το πλοίο του; Αυτός που από τα παιδικά του χρόνια περίμενε τον Μεσσία, τώρα του ζητά να φύγει από τη ζωή του; Ασφαλώς το αίτημα του Πέτρου δεν εκφράζει μια διάθεση αρνήσεως και αποδιώξεως του Χριστού. Αντίθετα ο άδολος αυτός ψαράς της Γαλιλαίας ένιωσε την ώρα εκείνη ένα φοβερό συγκλονισμό στην ψυχή του. Κατάλαβε μέσα στην ευλογία του θαύματος ότι δεν έχει μπροστά του έναν απλό άνθρωπο, αλλά ένα μοναδικό διδάσκαλο που έχει θεία δύναμη. Και αισθανόμενος το μεγαλείο του δεν αντέχει να ατενίσει το θεϊκό του πρόσωπο, αλλά πέφτει συντετριμμένος και τον προσκυνά. Διότι αισθάνεται τον εαυτό του ανάξιο της παρουσίας του. Αισθάνεται την αγιότητα του Χριστού και τη δική του μικρότητα και αμαρτωλότητα.

Τα συναισθήματα αυτά του Πέτρου τα βιώνουμε και εμείς οι πιστοί, καθώς βρισκόμαστε σε μία ιερή ώρα της λατρείας ή σε στιγμές που αισθανόμαστε τον Θεό ολοζώντανο στη ζωή μας, και αφυπνίζεται η συναίσθηση της αμαρτωλότητας μας. Μας συνέχει τότε ο φόβος του Θεού. Τρέμουμε, φοβόμαστε την παρουσία του Θεού, αλλά ταυτόχρονα την ποθούμε και την λαχταρούμε. Αισθανόμαστε πόσο αμαρτωλοί είμαστε και ότι δεν αξίζουμε των ευλογιών του Κυρίου. Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνουμε ίσως, είναι ότι όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας, τόσο περισσότερο ελκύουμε το έλεος και την αγάπη του Κυρίου. Γι’ αυτό ας στεκόμαστε με δέος και φόβο ενώπιόν του και ας τον παρακαλούμε ταπεινά και ολοκάρδια να μη φύγει ποτέ από κοντά μας λόγω των πολλών μας αμαρτιών.

Ο Κύριος πάντοτε περιβάλλει με άπειρη αγάπη τον κάθε άνθρωπο και θέλει « πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. β , 4). Πρέπει να προσέξουμε τη ζωή μας και τότε θα δούμε τη θαυμαστή παρέμβαση του Θεού.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ Ι.Μ.ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ