Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Πάνω από τον τύπο… η αγάπη!

«Ένα Σάββατο δίδασκε ο Ιησούς σε μια συναγωγή.Εκεί βρισκόταν και μια γυναίκα, δεκαοχτώ χρόνια άρρωστη από δαιμονικό πνεύμα. 'Ηταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε καθόλου να ισιώσει το σώμα της. 'Οταν την είδε ο Ιησούς, τη φώναξε και της είπε: ‘Γυναίκα, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου’. 'Εβαλε πάνω της τα χέρια του κι αμέσως εκείνη ορθώθηκε και δόξαζε τον Θεό. Ο αρχισυνάγωγος όμως, αγανακτισμένος που ο Ιησούς έκανε τη θεραπεία το Σάββατο, γύρισε στο πλήθος και είπε: ‘Υπάρχουν έξι μέρες που επιτρέπεται να εργάζεται κανείς· μέσα σ' αυτές, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε, και όχι το Σάββατο’.Ο Κύριος του απάντησε: ‘Υποκριτή! Ο καθένας σας δεν λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει;Κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, και ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ' αυτά τα δεσμά το Σάββατο;’ Με τα λόγια του αυτά ντροπιάζονταν όλοι οι αντίπαλοί του κι ο κόσμος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά που έκανε ο Ιησούς (Λουκ. 13, 10-17).

Μιά καταδίκη της θρησκευτικής τυποκρατίας και υποκρισίας αποτελεί η σημερινή διήγηση του ευαγγελιστού Λουκά και συγχρόνως υπογραμμίζει την απέραντη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και όχι για τους θε­σμούς που ο ίδιος έδωσε για την οργάνωση και τη ρύθμι­ση της ζωής του. Πολλές φορές οι θεσμοί, οι νομικές διατάξεις και οι θρησκευτικοί τύποι γίνονται φραγμοί που παγιδεύουν τον άνθρωπο και καταπνίγουν την ελευθερία του. Αυτό συνέβη με τον ιουδαϊσμό της εποχής του Χρι­στού. Αυτό μπορεί να συμβεί και με το χριστιανισμό κάθε εποχής, όταν οι άνθρωποι δεν πάρουν τον τύπο σαν μέσο αλλά σαν σκοπό, όταν δεν τον δουν σαν γέφυρα που οδη­γεί στην ουσία της θρησκείας αλλά σαν τρόπο εγωιστικής ικανοποιήσεως. Το σκαλοπάτι για τη θρησκευτική υποκρισία δεν βρίσκεται τότε μακριά. Όποιος δεν θέλει να αποδυθεί στο δύσκολο δρόμο της αγάπης και της θυσίας, περιχαρακώνεται μέσα στον εξωτερικό θρησκευτικό τύπο που σε τελευταία ανάλυση είναι ευκολότερος. Έτσι νομί­ζει ότι ξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις του απέναντι στον Θεό και στους ανθρώπους ή τουλάχιστον έτσι εμφανίζεται μέ­σα στην κοινωνία, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκεται μακριά από τον Θεό της αγάπης· ανήκει σ’ αυτούς που λέγουν «Κύριε, Κύριε», αλλά δεν εκτελοΰν το θέλημά του (Ματθ. 7, 21-22).

Μιά τέτοια θρησκευτική υποκρισία και τυποκρατία ξεσκεπάζει ο Χριστός στη διήγησή μας. Ο αρχισυνάγωγος αγανακτεΐ γιατί θεράπευσε ο Κύριος μια καμπουρια­σμένη γυναίκα κατά την ημέρα της σαββατικής αργίας. Πρόκειται περί υποκρισίας, γιατί ο ιουδαϊσμός εύρισκε πάντοτε τρόπους νά παραβαίνει την αργία του σαββάτου για το πότισμα των ζώων ή για άλλες αναγκαίες εργασίες.

Είναι υποκρισία όταν βρίσκει κανείς εύλογες δικαιο­λογίες για τη δική του συμπεριφορά, ενώ καταδικάζει την παρόμοια συμπεριφορά ενός άλλου. Κι αποτελεί δουλεία στον τύπο όταν κλείνει κανείς τα μάτια του μπροστά στην αυτοπρόσωπη παρουσία της αγάπης του Θεού για να υπερασπισθεί το γράμμα του νόμου.

«Τό γράμμα του νόμου οδηγεί στο θάνατο, ενώ το Πνεΰμα δίνει ζωή», γράφει ο Αποστ: Παύλος στη Β' προς Κορινθίους επιστολή του (3, 6). Ό χριστιανικός Θεός είναι Πνεύμα, κι όπου είναι το Πνεύμα του Θεού εκεί και η ελευθερία, μάς βεβαιώνει πάλι ο ίδιος Απόστολος (Β' Κορ. 3, 17). Η ελευθερία όμως δεν σημαίνει με κανένα τρόπο ανεξέλεγκτη καταστρατήγηση του τύπου, αλλ’ ερμηνεία του με πνεύμα αγά­πης· σημαίνει προτίμηση της ουσίας, όταν αυτή αχρη­στεύεται και καταστρέφεται από τον τύπο- σημαίνει ακόμη προβάδισμα του νομοθέτου έναντι του νόμου.

Είναι απαραίτητο ακόμη νά προσθέσουμε και το εξής: Ό Θεός από αγάπη για τον άνθρωπο και με σκοπό τη σωτηρία του δημιούργησε μέσα στην ιστορία ορισμένους θεσμούς· όταν ο Υιός του Θεού θυσιάστηκε πάνω στο σταυρό, δεν το έκανε για τη διάσωση των θεσμών αυτών αλλά για τη λύτρωση του ίδιου του ανθρώπου, ακόμη κι από τούς θεσμούς που η αδυναμία και αμαρτία μετέβαλαν σε παγίδες θανάτου.

«Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρω­πος για το Σάββατο» (Μάρκ. 2, 27). Αυτό που λέγει ο Χριστός σε άλλη περίσταση συνοψίζει και το μήνυμα της διηγήσεώς μας. Ό Θεός έδειξε με διάφορους τρόπους μέ­σα στην ιστορία το ενδιαφέρον του για τον άνθρωπο. δεν δεσμεύθηκε με κανένα απ’ αυτούς. Όταν ο ισραηλιτικός λαός απέκρουσε τη θεία αγάπη, ο Θεός στράφηκε στους εθνικούς. Το να ανήκει κανείς εξωτερικά σ’ ένα σχήμα δεν άποτελεϊ εχέγγυο σωτηρίας. Για τούς Ισραηλίτες που καυχόνταν ότι είναι παιδιά του Αβραάμ και συνεπώς δι­καιωματικά τους ανήκουν οι υποσχέσεις του Θεού, λέγει η Γραφή ότι «ο Θεός δύναται εκ των λίθων εγείραι τέκνα τω Αβραάμ» (Ματθ. 3, 9. Λουκ. 3, 8). Η ϊδια προειδο­ποίηση ισχύει, και μάλιστα πιο αυστηρή, σ’ όσους ανή­κουν τυπικά και εξωτερικά στην Εκκλησία, στο νέο λαό του Θεού. Ο τύπος μόνος του δεν σώζει τον άνθρωπο- όταν μάλιστα δεν κινητοποιείται από την άγάπη, τότε δεν προσφέρει καμμιά εγγύηση θρησκευτικής γνησιότητας. Η πραγματική θρησκεία βρίσκεται στην αγάπη, στην ε­λευθερία.